Συνομιλία για τη ρουμέικη και τη ρωσική γλώσσα

Τίτλος
el-GR Συνομιλία για τη ρουμέικη και τη ρωσική γλώσσα
Περιγραφή
el-GR Συνομιλία με τα αδέλφια Δημήτρη Μανταλίτς και Ολυμπιάδα Χατζίνοβα για τη χρήση της ρουμέικης και της ρωσικής γλώσσας στην οικογένεια, στο σχολείο και στο χωριό.
Записувач
Αθηνά Χατζίνοβα
Ημερομηνία
2019
Χωρική κάλυψη
Σαρτανά
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Συνομιλία για τη ρουμέικη και τη ρωσική γλώσσα (os001)

Μεταγραφή Μετάφραση στα νέα ελληνικά

0:21

Ολυμπιάδα: Между прочим, ‘ντουν Μίτια-μ μεις, ντα ήταν μκούτσκους, ζντίχαναμ ρωσικά*, [ ] α γώ ντα δάβα στου σκόλιου, γω τίξιρα ρούσκα.

Δημήτρης: Χαρατζάβας-πα τα μκρα τίξιραν ρούσκα.

0:21

Ολυμπιάδα: Πάντως, εμείς με τον Μίτια, όσο ήταν μικρός, μιλούσαμε ρωσικά. Ενώ εγώ, όταν πήγα σχολείο, δεν ήξερα καθόλου ρωσικά.

Δημήτρης: Ούτε τα παιδιά του Χαρατζάβα ήξεραν ρωσικά.

Ολυμπιάδα: Τίξιραν, με;

Δημήτρης: Конечно, δάϊναν στου σκόλιου κι ρούσκα τίξιραν.

Ολυμπιάδα: Δεν ήξεραν, ε;

Δημήτρης: Φυσικά! Πήγαν στο σχολείο χωρίς να ξέρουν λέξη ρωσικά.

Ολυμπιάδα: Α Μίτιας ίξιριν ρούσκα, потому что ζντίχαναμ ντουν… ну τσάτσα ζντίχανιν ρούσκα ντάμα-τ.

Δημήτρης: Γκάκα-μ τίθελιν να ζντισσέκσι ντάμα-μ ρουμέκα [ ], ίλιγιν: μόνου ρούσκα ζντίσιξι. Κι τίλα γκζέβα όξου, τίλα γκζέβα πισ’τ μισαρέγια…

Ολυμπιάδα: Αλλά ο Μίτια ήξερε ρωσικά, γιατί του μιλούσαμε... η μεγάλη του αδερφή, η τσάτσα, του μιλούσε ρωσικά στο σπίτι.

Δημήτρης: Ο μεγάλος μου αδερφός, ο γκάκας, δεν ήθελε να μου μιλάει ρουμέικα. Έλεγε: «Μόνο ρωσικά να μιλάς». Κι όταν βγήκα έξω, όταν βγήκα στη γειτονιά...

Ολυμπιάδα: Έμαθις του του ρουμέκα;

Δημήτρης: Сразу έμαθα!

Ολυμπιάδα: Εκεί έμαθες τα ρουμέικα;

Δημήτρης: Αμέσως τα έμαθα!

Ολυμπιάδα: А Дмитрий Савич-ς, μπαρό τος ήτουν δάσκαλους κι Νάστια ζντίχανιν ρούσκα, κι λε: του ρουμέκου να μι του ξερς καθόλου.

Δημήτρης: Τίθιλιν;

Ολυμπιάδα: Και ο Ντμίτρι Σάβιτς, παρόλο που ήταν δάσκαλος, και η Νάστια, η κόρη του, μιλούσαν ρωσικά. Και έλεγε: «Τα ρουμέικα να μην τα ξέρεις καθόλου».

Δημήτρης: Δεν ήθελε;

Ολυμπιάδα: Τίθιλιν. Ну, μπαρό Μίτια, δασκάλ αϊτς ίλιγαν: τι ζντισσένιτ ρουμέκα, τι θα του κάμιτ τουτου του ρουμέκου τ’ γλώσσα; Χαχανίσσκανταν δασκάλ ντάμα μας οτ ζντίχαναμ… Ну γω λέγου ν’τσάτσα, γω πάντα-πα λιάγου τουν τσάτσα, шо δάβα στου σκόλιου κι τίξιρα ρούσκα. Ίμνι άμα… τιμπέλκου μκρο ίμνι.

Δημήτρης: Μπάμπα Ράγια έλιγιν: ένα μήνα чи δύο μήνες μόνου μαθένισσκαμ: встать, сесть. Ρούσκα τίπους-πα τι γκρίκαναν τα.

Ολυμπιάδα: Δεν ήθελε. Λοιπόν, Μίτια, οι δάσκαλοι έτσι έλεγαν: «Γιατί μιλάτε ρουμέικα; Τι θα την κάνετε αυτή τη γλώσσα;». Μας κορόιδευαν οι δάσκαλοι όταν μιλούσαμε [ρουμέικα]. Εγώ λέω πάντα στη μεγάλη μου αδερφή πως όταν πήγα σχολείο δεν ήξερα ρωσικά. Ήμουν σαν... το τεμπέλικο το παιδί.

Δημήτρης: Η γιαγιά η Ράγια έλεγε: «Έναν-δυο μήνες μαθαίναμε μόνο το "σήκω-κάτσε"». Αφού δεν καταλάβαιναν τίποτα από ρωσικά.

Ολυμπιάδα: Τη τίξιριν, это естественно потому что до войны μεις… Ρους αδώ τέζναν τικμίλ, μόνο после войны βρέθαν κόσμους, τίλα ζντίχαναν ρούσκα. Κι Λεόντι Νέστεροβιτς, πόυχθι, χ’ война την ίφιριν;

Δημήτρης: Γω τίξιρα… γιόχ, μπαρώ ήτουν тридцать девятого года. Λάρα την ίλιγαν μπαρό.

Ολυμπιάδα: Δεν ήξεραν, φυσικό ήταν. Πριν τον πόλεμο εμείς... Ρώσοι εδώ δεν υπήρχαν καθόλου. Μόνο μετά τον πόλεμο βρέθηκε κόσμος που μιλούσε ρωσικά... Και ο Λεόντι Νέστεροβιτς από πού την έφερε [την Ουκρανή γυναίκα του]; Από τον πόλεμο την έφερε;

Δημήτρης: Εγώ δεν ξέρω... Όχι, αφού ήταν γεννημένη το ’39. Λάρα τη λέγανε.

Ολυμπιάδα: Ατή ήτουν στα μουρμόρια; τίδα τουν, Μίτια.

Δημήτρης: Γω τιξέρου του. Κι ίριβιν να γουράς σπιτ αδώ, κι τι του σπιτ τι πίριν του;

Ολυμπιάδα: Αυτή ήταν στα μνήματα; Δεν την είδα, Μίτια.

Δημήτρης: Εγώ δεν το ξέρω. Ήθελε να αγοράσει σπίτι εδώ, τελικά δεν το πήρε το σπίτι;

Ολυμπιάδα: Μπαρό τα πιδία! να του πλίσνι και να του κάμνι поделить!

Δημήτρης: Τη ίριβιν να γουράς μπαρό. Σ’ του γόρασιν.

Ολυμπιάδα: Αφού είχε παιδιά! Ήθελαν να το πουλήσουν και να το μοιράσουν.

Δημήτρης: Μα αυτή ήθελε να το αγοράσει ολόκληρο. Ας το αγόραζε.

Ολυμπιάδα: Μίτια, значит τίτκα πιδία ήταν.

Δημήτρης: Так τη ίσσιν μοίρα, все равно ίσσιν μοίρα.

Ολυμπιάδα: Μίτια, φαίνεται πως τέτοια ήταν τα παιδιά [δύσκολα].

Δημήτρης: Μα είχε μερίδιο, έτσι κι αλλιώς είχε μερίδιο.

Ολυμπιάδα: Γω τι ξέρου πως τι δώκαν τη τούτου το σπιτ.

Δημήτρης: Κι τίτκου, μάμα ίλιγιν [ ], τι ξέρου χ’πούϊου μαρέγια μπάμπα, ίρκιντουν λέει ρούσους, ατίτκα ένια λε [ ], ζντίχανιν λε ντάμα-τς, ατή λε ρούσκα τι γκρίκανιν, μόνου έτσι λε του φτιαλ-τς έφταγιν. Ατή χτα μκρουθέϊς μεγάλνιν πις του [ ] τ χώρα.

Ολυμπιάδα: Εγώ δεν ξέρω γιατί δεν της έδωσαν αυτό το σπίτι.

Δημήτρης: Και κάτι άλλο, η μάνα έλεγε, δεν ξέρω αν ήταν η γιαγιά από τη μεριά του πατέρα ή της μάνας, πως ερχόταν, λέει, ένας Ρώσος με μεγάλα γένια, της μιλούσε, κι αυτή δεν καταλάβαινε καθόλου ρωσικά. Μόνο το κεφάλι της κουννούσε έτσι. Αυτή από μικρό παιδί μεγάλωσε στο χωριό.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος