Η ομιλία της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα στην κηδεία του ποιητή Κυριάκοβ

Τίτλος
el-GR Η ομιλία της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα στην κηδεία του ποιητή Κυριάκοβ
Περιγραφή
el-GR Η Ολυμπιάδα Χατζίνοβα επαναλαμβάνει για τη βιντεοσκόπηση την ομιλία που είχε εκφωνήσει στην κηδεία του ποιητή Λεόντιου Κυριάκοβ το 2008.
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Ολιμπιάδα Χατζίνοβα είπιν λαχαρντί ντα παράχουναν τουν Κυριάκοβ (os002)

“Τακά-μ κιρβοί, χρυσοί μισαφιρίγιου!Τακά-μ χωριάτ, υναίκις κι μκουτίρ!”
Τούτα τα λόγια έγραψιν τα καμία Λεόντι Νέστεροβιτσς στα μας, Σαρτανιότς. Τος άλιαχ κακά γάπανιν του του ρουμέκου μας τ’γλώσσα, ίξιριν του καλά, κι χτα μκρουθέϊς έγραφτιν ρουμέκα ποιήματα. Τος έγραφτιν πάντα κι παντού. Κι τότε-πα, ντα ίτουν στο πόλιμου έγραφτιν, κι ντα ύρσιν χτου ντουγκούς, τος κανά λουγάς τι πόρνιν να ζμουνές τα τα χρόνια κι τα τα νύχτις κι έγραφτιν ποιήματα πας τα αγιαχτάσα-τ, τίνα πέμναν πις τα ξένα τα χώματα.
Τ’ ένα του αγαπημένου του ποίημα θα του δαβάσου τώρα κι να του φκριθεί Λεόντι Νέστεροβιτσς τελευταία φορά.

Τ’άλγου-μ του ναμλίδκου-μ, του αγαπημένου
Που φτιρνίςς σι πάλι, που θα παϊς παλ μένα,
Σίρι μι ατεί συ, ας τα το τουν τόπου,
Που μεις πκάνζαμ νέμτσις, πκας του Μελιτόπολ.

Σίρι μι ατεί συ, που Ρουμέϊ, τα δρέφια-μ,
Ντα πιδία τ’άλλα σκουτουμένα πέφτνι,
Έχου μέγα χρέγιους πάνου τιν νουνίζου,
Τοι μπαρό σκουτώθαν τώρα μεις να ζήσουμ.

Στα, ν’καπέλα σ’βγάλουμ,
Στα, να μη σαλεύκεις,
Ένα τνα σ’σταθούμε,
Σκουτουμένς σ’αγγέψουμ.

Δώκα γω του χρέγιους-μ,
Τ’άλγου-μ στίκιτ, φκράτι,
Στέρα παλ νζουνάϊσιν
Λον του μέγα στράτα.

Πουλλά όμουρφα κι χιλντάρκα ποιήματα έγραψιν Λεόντι Νέστεροβιτσς. Θα δαβάσου ένα τιάλου ποίημα ντα βαθέγια φιλοσοφικά νούνσματα στο ζωή κι στο θάνατο.

Στο γιαλό το τύμα κρουϊ στ’γιαγκά, δαγλέφκιτ,
Αθαρπνού του ζίσμου σον τιρός πτραέφκιτ.
Γω το τύμα ζλεύου κι χαγίλς γω είμι
Άμα να πουθάνου, να νιστού γω τύμα.

Κι τιρός ντα έρκιτ, στ’ άκρα σ’πάει το τύμα,
Σ’δωκ στ’γιαγκά ζουρλίδκα,
Σ’δαγλιφτού, μη είμι
Μα τι θα πτεψ του ζίσμου,
Το τι θα πτεψ καμία,

Παλ θα φσα αγιέρα,
Παλ θα τετ φουτία,
Παλ θα κουνανίσκιτ
Στου γιαλό του τύμα,

Ένα τυματίτσα θέλου γω να είμι.

Κάποιος χιλντάρς άθαρπους είπιν, ότι ποιητής ζει ως τα τότι ώσπου κόσμους δαβάζνι τα ποιήματα-τ. Κι γω θαρού ότι πις κάθα ένα ταϊφά εν κανά βιβλίο Λεόντι Νέστεροβιτς κι μεις ντα του ανίζουμ κι θα δαβάζουμ μεις θα ζντισένουμ αν ψι-τ κι αχ τα το γω λέγου: Ωσπου ζουν Ρουμέϊ ας του μιντάν, ως τα τότι θα ζει κι Λεόντι Νέστεροβιτσς.

Θιγός σχωρες τουν Λεόντι Νέστεροβιτσς.

Η ομιλία της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα στην κηδεία του ποιητή Κυριάκοβ (os002)

Ακριβοί μου, χρυσοί προσκεκλημένοι! Συγχωριανοί μου, γυναίκες και νοικοκυραίοι!
Αυτά τα λόγια τα έγραψε κάποτε ο Λεόντι Νέστεροβιτς για εμάς, τους Σαρτανιώτες. Αγαπούσε πάρα πολύ τη ρουμέικη γλώσσα μας, την ήξερε καλά και από τα παιδικά του χρόνια έγραφε ρουμέικα ποιήματα. Έγραφε πάντα και παντού. Έγραφε και τότε που ήταν στον πόλεμο, και όταν γύρισε από τον πόλεμο, δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνα τα χρόνια και εκείνες τις νύχτες. Έγραφε ποιήματα για τους συντρόφους του που έπεσαν στα ξένα χώματα.
Θα διαβάσω τώρα ένα από τα αγαπημένα του ποιήματα, για να το ακούσει ο Λεόντι Νέστεροβιτς για τελευταία φορά.

Καλό μου άλογο, αγαπημένο,
που φτερνίζεσαι πάλι, που θα με πας αυτή τη φορα;
Πήγαινέ με εκεί, σε εκείνο τον τόπο,
Όπου χτυπούσαμε τους Γερμανούς, κοντά στη Μελιτούπολη.

Πήγαινέ με εκεί, όπου οι Ρουμέοι, τα αδέρφια μου,
Μαζί με τα άλλα παιδιά, σκοτωμένοι κείτονται.
Μεγάλο χρέος έχω απέναντί τους, θαρρώ,
Αφού εκείνοι σκοτώθηκαν για να ζήσουμε εμείς.

Στάσου, ας βγάλουμε τα καπέλα,
Στάσου, μη σαλεύεις,
Ας σταθούμε για λίγο,
Να μνημονεύσουμε τους σκοτωμένους.

Έδωσα το χρέος μου,
Το άλογό μου στέκεται και ακούει,
Ύστερα πάλι ξεκίνησε
Στον μεγάλο δρόμο.

Πολλά όμορφα και σοφά ποιήματα έγραψε ο Λεόντι Νέστεροβιτς. Θα διαβάσω ακόμη ένα ποίημά του, με βαθιές φιλοσοφικές σκέψεις για τη ζωή και τον θάνατο.

Στο γιαλό το κύμα κρούει στην ακτή, χάνεται,
Η ανθρώπινη ζωή, όταν έρθει η ώρα, τελειώνει.
Ζηλεύω το κύμα και είμαι σύμφωνος,
Τώρα να πεθάνω και να γίνω κύμα.

Και όταν έρθει η ώρα, ως την άκρη ας πάει το κύμα,
ας χτυπήσει στην ακτή με δύναμη,
ας διαλυθώ, ας μη μείνω.

Μα η ζωή με τον θάνατό μου δεν θα τελειώσει,
δεν θα τελειώσει ποτέ.
Πάλι θα φυσά ο αέρας,
πάλι θα καίει η φωτιά,
πάλι θα κυματίζει
στον γιαλό το κύμα.
Ένα μικρό κυματάκι θέλω να είμαι.

Κάποιος σοφός άνθρωπος είπε ότι ο ποιητής ζει όσο οι άνθρωποι διαβάζουν τα ποιήματά του. Κι εγώ πιστεύω ότι σε κάθε οικογένεια υπάρχει έστω και ένα βιβλίο του Λεόντι Νέστεροβιτς. Και όταν το ανοίγουμε και το διαβάζουμε, μιλάμε με την ψυχή του. Γι’ αυτό λέω, όσο ζουν οι Ρουμέοι στον κόσμο, ως τότε θα ζει και ο Λεόντι Νέστεροβιτς.
Ο Θεός να συγχωρέσει τον Λεόντι Νέστεροβιτς.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος