Η πείνα στο χωριό το 1947

Τίτλος
el-GR Η πείνα στο χωριό το 1947
Περιγραφή
el-GR Αφήγηση της Λίνας Μανταλίτς και της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα για την πείνα στo Σαρτανά το 1947.
Ημερομηνία
2024
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Ας τ’ χώρα ήτουν νιστκία στα 1947 του χρόνου (os005)

Η πείνα στο χωριό το 1947

Μεταγραφή Μετάφραση στα νέα ελληνικά

Λίνα: Μεις τα τσίφρις ρουμέκα τ’ίλιγαμ ντα. Κόσμους πρίσκανταν. Πράταναν χαλί αχμάχ ‘ντα τίτκα τα μάτια.

Ολυμπιάδα: Ну тетя-с Лина τα λε γω τι ξέρου τα. Γω πέρασα τα, μα пεις του νου-μ τι πέμναν. Έμαθις του; Γω όλα-πα πέρασα τα. Τα τσάτσα-μ τα πέρασιν, τα μκρα, μάνα-μ, τάτα-μ, α γω, τώρα να με ρουτησ’ς, γω τι ξέρου. Γω μόνου ξέρου τίγαλα Κόλιας δάϊν δώκιν ψωμί… πέρισκιν. Συ, μι; Α τις του έκουφτιν;

Λίνα: Εμείς τους αριθμούς στα ρουμέικα δεν τους λέγαμε… Οι άνθρωποι πρήζονταν από την πείνα. Περπατούσαν χαμένοι, με τα μάτια έτσι, γουρλωμένα.

Ολυμπιάδα: Αυτά που λέει η θεία Λίνα, εγώ δεν τα ξέρω. Τα πέρασα, αλλά δεν έμειναν στο μυαλό μου. Κατάλαβες; Εγώ όλα αυτά τα πέρασα. Τα πέρασε η μεγάλη μου αδερφή, η τσάτσα, τα πέρασαν τα παιδιά, η μάνα μου, ο πατέρας μου. Αλλά εμένα τώρα αν με ρωτήσεις, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ο Κόλιας πήγαινε και έπαιρνε ψωμί. Του έδιναν. Εσύ, ε; Ποιος το έκοβε;

Λίνα: Μάμα έκουφτιν ντου. Άλου κανείς-πα τ’έκουφτιν.

Ολυμπιάδα: Α όσου πέρισσκιτ ψωμί; Вобщем, τίλα πτραέφτιν του ντουγκούς, πσιρίθιν голод, στα σαράντα εφτά του χρόνου πσσιρίθιν голод, κι тетя Λίνα λε шо πέρισκαμ ψουμί, πάπα πέρισκιν пятьсот грамм, тетя Λίνα πέρισκιν триста.

Λίνα: Τα μκρα πέρισκαν триста, α Κότια ξένους иждивенец ήτουν.

Ολυμπιάδα: Τί δουγκαν του τικμίλ;

Λίνα: Έδουγκαν του двести пятьдесят грамм, κι μάμα-πα πέρισκιν двести пятьдесят грамм.

Λίνα: Η μαμά το έκοβε. Άλλος κανείς δεν το έκοβε.

Ολυμπιάδα: Και πόσο ψωμί παίρνατε; Όταν τελείωσε ο πόλεμος, άρχισε η πείνα. Το σαράντα επτά άρχισε η πείνα, και η θεία Λίνα λέει ότι παίρναμε ψωμί: ο πατέρας έπαιρνε πεντακόσια γραμμάρια, η θεία Λίνα έπαιρνε τριακόσια.

Λίνα: Τα παιδιά έπαιρναν τριακόσια, αλλά ο Κότιας ήταν «ξένος», εξαρτώμενος.

Ολυμπιάδα: Δεν του έδιναν καθόλου;

Λίνα: Του έδιναν διακόσια πενήντα γραμμάρια, και η μαμά έπαιρνε άλλα διακόσια πενήντα.

Ολυμπιάδα: Κι μάμα μας πέρισκιν двести пятьдесят грамм. Ну вобщем κάνα… ένα μπουλσάχ το ήτουν πρέπνα, μι;

Λίνα: Ένα τουτραμάϊσα έκουφτιν…

Ολυμπιάδα: Τσάτσα, το, Κότια τα παρπαντούλις τα τι χράσκιτ τα, τις τα έκουφτιν. Ну, ποτ πτραέφτιν του голод;

Ολυμπιάδα: Και η δική μας η μάνα διακόσια πενήντα έπαιρνε. Λοιπόν... ένα μερίδιο ήταν όλο κι όλο, ε;

Λίνα: Ένα κομμάτι έκοβε...

Ολυμπιάδα: Τσάτσα, ο Κότιας δεν τα χρειάζεται αυτά, τις λεπτομέρειες. Πότε τελείωσε η πείνα;

Λίνα: В сорок восьмом. Сразу ήτουν μέγα урожай в сорок восьмом. Τίγαλα μ’ένα… μσο τσιμπέρκα γλέφια πήραμ κανά τέσσερις τσιμπέρκις καρτόπλις.

Ολυμπιάδα: Χτα γλέφια; Нечем было сажать κι ατοι έβαλαν ατούτα τα γλέφια κι χτα γλέφια πήραν τέσσερα τσιμπέρκις καρτόπλις καλά. Τα γλέφια-πα τι σίρνισκαν τα. Αν τι σίρνισκαμ τα θα τα έφαγαμ, μι τσάτσα; Θα τα έφαγαμ. Вобщем, το τ’είσιν τσαρά να του πεις, τι ώρα ήτουν. Κόσμους πρίσκανταν.

Λίνα: Το ’48. Αμέσως μετά είχε μεγάλη σοδειά, το ’48. Από έναν μισό κουβά γλέφια, δηλαδή μάτια πατάτας, βγάλαμε τέσσερις κουβάδες πατάτες.

Ολυμπιάδα: Από τα γλέφια; Δεν είχαν τι να φυτέψουν και έβαζαν αυτά τα γλέφια. Και από αυτά πήραν τέσσερις κουβάδες καλές πατάτες. Ούτε τα γλέφια δεν πετούσαν. Αν τα πετούσαμε, θα τα τρώγαμε, έτσι δεν είναι, τσάτσα; Θα τα τρώγαμε. Τι να πεις... τι καιροί ήταν αυτοί. Οι άνθρωποι πρήζονταν.

Λίνα: Αν του страшный τα μάτια αϊτσά πράταναν. Ένα ισάν γω στέρα помню, она выжила, αϊτσά πράτανιν: Φερ μι хоть τίπους!

Ολυμπιάδα: Τουν κόσμου έλιγιν, μι τσάτσα;

Λίνα: Μένα πεις πιτ. Μάμα ίλιγιν: Να μιν νίζιτ καμία-πα.

Λίνα: Περπατούσαν με αυτά τα φοβερά μάτια. Μια γυναίκα θυμάμαι, αργότερα επέζησε, έτσι περπατούσε και έλεγε: «Φέρε μου έστω κάτι!».

Ολυμπιάδα: Στον κόσμο το έλεγε, ε, τσάτσα;

Λίνα: Σε μένα, μέσα στο σπίτι. Η μαμά έλεγε: «Μην ανοίγετε σε κανέναν».

Ολυμπιάδα: Тетя Λίνα λε какие αγр ήτουν κόσμους νιστκοί κι ίρκανταν πις τα σπίτια κι ίριβαν τίπουτ, “φερ μι τίπουτ”! Κι ένα χουντρό ταϊφά πέρισκαμ ψουμί ένα μπουλσακίτς на целый день. Γω τι ξέρου τίλα του μοίραζιτ του ψουμί; Μία έτρουγαμ ψουμί; Μόνου του μισμέρ;

Λίνα: Του μ’πουρνό. Μάμα ατούτου του ψουμί του μσο του φλίτς έκουφτιν το κι έφταϊν σουπ χτου ψουμί. Να ζει дядя Σάσας, τος άλιαχ κακά μας έκαμιν выручить…

Ολυμπιάδα: Η θεία Λίνα λέει πόσο άγριοι είχαν γίνει οι άνθρωποι από την πείνα. Έρχονταν στα σπίτια και ζητούσαν: «Φέρε μου κάτι!». Και μια ολόκληρη οικογένεια παίρναμε ένα μικρό κομμάτι ψωμί για όλη την ημέρα. Εγώ δεν ξέρω πώς το μοιράζατε το ψωμί. Μία φορά τρώγαμε ψωμί; Μόνο το μεσημέρι;

Λίνα: Το πρωί. Η μαμά αυτό το ψωμί, το μισό κομμάτι το έκοβε και έκανε σούπα από το ψωμί. Να είναι καλά ο θείος Σάσας, εκείνος μας έσωσε πολύ...

Ολυμπιάδα: Γω ξέρου του, Κόλιας πάντα-πα πέρισκιν ένα μπουλσάχ ψομί, μι;

Λίνα: Γιοχ. Γιέμα έδουγιν μας, έδουγιν μας φτίγια…

Ολυμπιάδα: Στα. Дядя Сашаς Мадалиц, γιανασά μας τίλα έζνιν τος έφταϊν δλία ζν’бойня…

Λίνα: Θλίτσις έδουγιν μας, φτίγια, ράϊδα.

Ολυμπιάδα: Το ξέρω, ο Κόλιας πάντα έπαιρνε ένα κομμάτι ψωμί, ε;

Λίνα: Όχι. Αίμα μας έδινε, μας έδινε αυτιά...

Ολυμπιάδα: Στάσου. Ο θείος Σάσας ο Μανταλίτς, που έμενε δίπλα μας, δούλευε στο σφαγείο...

Λίνα: Σπλήνες μας έδινε, αυτιά, ουρές.

Ολυμπιάδα: Вобщем дядя μας τος ήτουν θιγό μας. Τος τα σόγια-τ τι ζμόνανιν τα καμία-πα, γω даже ξέρου του, όσα χουρνού ήμνι γώ τι ξέρου, но τος άρτα τ’έφταϊν ας ν’бойня. Στάρα τος έφταϊν δλία αδώ, σμα στα τκάνια, кладовщик, γω τίλα να του που ρουμέκα τι ξέρου κι Κόλιας πίϊνιν κι τι τουν έδουγιν; Τι ξερς του, μι, τσάτσα; Ну κατ έδουϊν ντουν. Ну γω ξέρου το шо Κоля ατεί-πα πίϊνιν. Τις του ξέρ, μπέλτιμ ψουμί έδουϊν ντουν.

Ολυμπιάδα: Με λίγα λόγια, εκείνος ο θείος μας ήταν ο θεός μας. Δεν ξεχνούσε ποτέ το σόι του. Δεν ξέρω πόσο χρονών ήμουν, αλλά τότε δεν δούλευε πια στο σφαγείο. Μετά δούλευε εδώ, κοντά στα μαγαζιά, ως αποθηκάριος, δεν ξέρω πώς να το πω στα ρουμέικα. Και ο Κόλιας πήγαινε εκεί και τι του έδινε; Δεν το ξέρεις, ε, τσάτσα; Κάτι του έδινε. Εγώ ξέρω ότι ο Κόλιας πήγαινε κι εκεί. Ποιος ξέρει, ίσως ψωμί του έδινε.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος