Παναΐρ
- Τίτλος
- el-GR Παναΐρ
- Περιγραφή
- el-GR Αφήγηση της Λίνας Μανταλίτς και της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα για το παναΐρ, το ρουμέικο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.
- Записувач
- Κωνσταντίνος Χατζίνωβ
- Ημερομηνία
- 2025
- Χωρική κάλυψη
- Μαριούπολη
- Γλώσσα
- el — Roumeika (Mariupol Greek)
- Θέμα
- Προφορικός λόγος
- Δικαιώματα
- el — Roumeika (Mariupol Greek)
- Transcription
-
Παναΐρ (os006)
Η Λίνα Μανταλίτς και η Ολυμπιάδα Χατζίνοβα μιλούν για το παναΐρ, τη γιορτή προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου
Μεταγραφή Μετάφραση στα νέα ελληνικά Λίνα: Κόσμους σουρεύκνι, πάγνι στουν πουπά κι λέγνι: γω στίγνου χνo или πρόβατου κι υρέβου να κάμου παναΐρ. Τος καμ τουν благославлять: κάμι παναγίρ α εν Αϊ-Γιώρς. Ας τον Αϊ-Γιώρ κάμε παναΐρ. Σ ν’κιλσία του приход ντα έρκιτ, πουπάς λε: ατεί κι ατεί στουν Αϊ-Γιώρ θα κάμουμ παναΐρ. Τις υρέβ να πάει στου παναγίρ, τις έστιξιν κατ, σουρέβ τα όλα-πα ατεί. Αϊτς κόσμους σόριβαν καπίτια, άλους έδουγιν зерно, άλους έδουγιν…
Ολυμπιάδα: Ρουμέκα πε.
Λίνα: Μπαρό, ρουμέκα του λέγου.
Ολυμπιάδα: Зерно τεν ρουμέκα.
Λίνα: Αμέ τι γιεν το; Ну ρουμέκα τι ξέρου του, τι του λέγνι… Σχούρα λεγν του.
Λίνα: Οι άνθρωποι μαζεύονται, πηγαίνουν στον παπά και λένε: «Εγώ τάζω ένα μοσχάρι ή ένα πρόβατο και θέλω να κάνω παναΐρ». Ο παπάς έδινε την ευχή του και έλεγε: «Να κάνεις το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου. Στον Άγιο Γεώργιο να το κάνεις». Όταν μαζευόταν ο κόσμος στην εκκλησία, ο παπάς έλεγε: «Εκεί και εκεί, του Αγίου Γεωργίου, θα κάνουμε παναΐρ». Όποιος ήθελε να πάει στο παναΐρ, όποιος είχε τάξει κάτι, τα μάζευαν όλα εκεί. Έτσι οι άνθρωποι συγκέντρωναν χρήματα. Άλλος έδινε σιτάρι, άλλος έδινε...
Ολυμπιάδα: Πες το στα ρουμέικα.
Λίνα: Μα στα ρουμέικα το λέω.
Ολυμπιάδα: Το «зерно» δεν είναι ρουμέικα.
Λίνα: Και πώς λέγεται; Δεν ξέρω πώς το λένε στα ρουμέικα... Σχούρα το λένε.
Άλους δούϊ зерно να κάμνι αλεύρ, άλους δούϊ σακάρ, άλους δούϊ κρέγιας, ни κρέγιας а πρόβατου или κανά μσκαρ. Ατούτ όλα φσαγν τα κι ντα έρκιτ τοτ μέρα, ατος του καμ τούτου του παναγίρ… ατή τίνα είπιν: εγώ υρέβω να κάμου παναγίρ, γω έστιξα… γιο-μ πιϊν στο ινστιτούτ καλά, πήραν του, γω υρέβου… γω έστιξα τοτ πρόβατου να βάλου κι ας πιτ την κάμνι παναγίρ. Ατούτα όλα-πα τα σουρέβνι, πάγνι ας τα τόνα. Τα πρόβατα-πα φσαν τα, φέρνι τίτκα χουντρά καζάνια κι μαγιρεύνι πέσου. Α τα υναίκις κάμνι μπουζά. Μπουζά ξερς το τι γιεν το;
На панаире πνέσκνι μόνου μπουζά κι ατούτα τα φαϊμάτια. Вместо ραχί εν μπουζά. Αχ του τιχρί κάμνι… τιχρί λεγν του.
Άλλος δίνει σιτάρι για να κάνουν αλεύρι, άλλος δίνει ζάχαρη, άλλος δίνει κρέας, όχι έτοιμο κρέας, αλλά πρόβατο ή μοσχάρι. Όλα αυτά τα σφάζουν και όταν έρχεται εκείνη η μέρα, αυτός που έκανε το παναΐρ, εκείνος που είχε πει: «Εγώ θέλω να κάνω παναΐρ, εγώ το έταξα, ο γιος μου πέρασε καλά στο ινστιτούτο, τον πήραν, θέλω να βάλω ένα πρόβατο», στο σπίτι του γινόταν το παναΐρ. Όλα αυτά τα μαζεύουν και τα πηγαίνουν σε αυτόν. Τα πρόβατα επίσης τα σφάζουν, φέρνουν μεγάλα καζάνια και μαγειρεύουν εκεί. Και οι γυναίκες φτιάχνουν μπουζά. Ξέρεις τι είναι η μπουζά;
Στο παναΐρ πίνουν μόνο μπουζά μαζί με αυτά τα φαγητά. Αντί για ρακί υπάρχει μπουζά. Τη φτιάχνουν από κεχρί. Κεχρί το λένε.
Ολυμπιάδα: Όσα νουμάτ έρκνι λε;
Λίνα: Τις δούϊ ατούτα φαϊμάτια, τοι είννι основны, α αλ κόσμους αχ ν’κιλσία πουρούν τις υρέβ να ερτ, τις υρέβ, υρέβ όλου τ’χώρα σ ερτ. Но основны κόσμους είννι ατοι τίνα δούγνι πράματα, τίνα έστιξιν… а таких людей много, τίνα δούϊ φαϊμάτια, καπίτια, γρίξις του; Но ατεί ραχί τιέν. Ατεί εν μόνου μπουζά. Μία μία φταγν’του σν’κιλσία, α μία μία άθαρπους: γω υρέβου να του κάμου α σπιτ μας.
Ολυμπιάδα: Πόσα άτομα έρχονταν;
Λίνα: Εκείνοι που έδιναν αυτά τα φαγητά ήταν οι βασικοί. Αλλά και άλλος κόσμος από την εκκλησία μπορούσε να έρθει. Όποιος ήθελε ερχόταν. Αν ήθελε όλο το χωριό να έρθει, ας ερχόταν. Όμως οι βασικοί ήταν αυτοί που έδιναν πράγματα, αυτοί που είχαν τάξει κάτι. Και ήταν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι, αυτοί που έδιναν φαγητά, χρήματα, κατάλαβες; Ρακί όμως εκεί δεν υπήρχε. Εκεί υπήρχε μόνο μπουζά. Καμιά φορά το έκαναν στην εκκλησία, καμιά φορά όμως κάποιος έλεγε: «Εγώ θέλω να το κάνω στο σπίτι μας».
Βάλισκαν ατίτκα ξλίτκα στόλια, τα έφταγαν, παίρισκαν специально πήγαναν τα μπδίνα κι είχαν τα, ντα έφταγαν ντουγκούνια-πα παίρισσκαν τούτα τα στόλια, α σκαμνία τ’ήτανι, ολ-πα стоя. Στίκανταν κι έτρουγαν. Αν τα μκρα ίρκανταν. Γω-πα ήμνι… ας του седьмой του квартал моя соученица έκαμιν παναγίρ.
Ολυμπιάδα: Μάνα-τς έκαμιν.
Λίνα: Πας τουν τάτα-τς.
Ολυμπιάδα: Τος σκουτόθιν, это как поминальный έκαμιν.
Λίνα: Κι μόνου είπιν θα κάμουμ. Ну έβαλιν κάνα αρνίθ. Α κόσμους φέρισκαν κι φέρισκαν αχ τα όλα. Κι μόνου είπανι: θα κάμου παναγίρ, α κόσμους όλα ίφεραν τα. Готовить έφταγαν. Α σπιτ τιν πόρναν να κάμνι μόνου μπουζά, и το-πα τ’ήτουν τουκό-τς του τιχρί. Αχ τουν πίστου έφταγαν.
Έβαζαν ξύλινα τραπέζια. Αυτά τα τραπέζια τα είχαν ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Τα έπαιρναν και όταν έκαναν γάμους, τα ίδια τραπέζια. Σκαμνιά δεν υπήρχαν. Όλοι ήταν όρθιοι. Στέκονταν και έτρωγαν. Έρχονταν και τα παιδιά. Κι εγώ ήμουν εκεί. Στην έβδομη οδό μια συμμαθήτριά μου έκανε παναΐρ.
Ολυμπιάδα: Η μάνα της το έκανε.
Λίνα: Για τον πατέρα της.
Ολυμπιάδα: Εκείνος είχε σκοτωθεί. Το έκανε σαν μνημόσυνο.
Λίνα: Μόνο είπε ότι θα το κάνουμε. Έβαλε και ένα αρνί. Και ο κόσμος έφερνε και έφερνε απ’ όλα. Μόλις είπαν: «Θα κάνουμε παναΐρ», οι άνθρωποι τα έφεραν όλα. Μαγείρευαν. Στο ίδιο το σπίτι μπορούσαν να κάνουν μόνο τη μπουζά, κι αυτή δεν ήταν πάντα από το δικό τους κεχρί. Την έφτιαχναν από κεχρί.
Ολυμπιάδα: Να ρουτήσου: κόσμους ουλ ντι στάθαν στα στόλια по очереди στέρα στίκανταν или τίγαλα;
Λίνα: Ηу μεις έφαγαμ δάβαμ, πόρναν…
Ολυμπιάδα: Μία τιάλου να κάτσνι, μι;
Λίνα: Με, τρία φουρές κάθουνταν, τέσσερα. Κόσμους ήτουν άλιαχ πουλοί.
Ολυμπιάδα: Ну μπαρό καθά εις φέρισκιν κατ;
Λίνα: Конечно, τα στόλια ήταν γιουμάτα.
Ολυμπιάδα: Ος κόσμους πολλοί κι αν ήταν-πα, τα στόλια ήταν γιουμάτα. Κόσμους τίνα ίρκανταν πρέπνα φέρισκαν…
Ολυμπιάδα: Να ρωτήσω κάτι. Ο κόσμος στεκόταν όλος γύρω από τα τραπέζια και μετά περίμεναν με τη σειρά; Πώς γινόταν;
Λίνα: Εμείς τρώγαμε και φεύγαμε. Μπορούσαν...
Ολυμπιάδα: Να καθίσουν άλλοι μετά, έτσι;
Λίνα: Ναι. Κάθονταν τρεις φορές, τέσσερις φορές. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς.
Ολυμπιάδα: Και ο καθένας έφερνε κάτι;
Λίνα: Βέβαια. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα.
Ολυμπιάδα: Όσος κόσμος κι αν ερχόταν, τα τραπέζια ήταν γεμάτα. Αυτοί που έρχονταν μάλλον έφερναν κάτι.
Λίνα: Τοι τι φέρισκαν τοι раньше φέρισκαν.
Ολυμπιάδα: Ατό πεις τν αυλή που έφταγαν, ατοί άρτα μαέρεβαν τα, μι; Μόνο πεις τ ατούτου τν αυλή μαέρεβαν;
Λίνα: Μόνο πεις τ ατούτου.
Ολυμπιάδα: Ατεί που έφταγαν παναΐρ, ατεί μαέρεβαν τα-πα. Ας ξενς τι δάϊνανταν. Μόνο πεις τ ατούτου του σπιτ έφταγαν τα όλα. Έφταγαν τα όλα όξου, τ’ έφταγαν τα πέσου, потому что παναΐρια ήταν μόνου καλτιρί. Καλτιρί τα έφταγαν τα παναΐρια. Αϊ-Γιωρ κι παναΐρ τα εν ένα;
Λίνα: Δεν τα έφερναν τότε, τα είχαν φέρει νωρίτερα.
Ολυμπιάδα: Στην αυλή όπου γινόταν το παναΐρ, εκεί τα μαγείρευαν κιόλας, έτσι; Μόνο σε εκείνη την αυλή μαγείρευαν;
Λίνα: Μόνο εκεί.
Ολυμπιάδα: Εκεί όπου έκαναν το παναΐρ, εκεί μαγείρευαν τα πάντα. Δεν πήγαιναν σε ξένα σπίτια. Όλα γίνονταν στο σπίτι εκείνου που έκανε το παναΐρ. Τα έκαναν όλα έξω, όχι μέσα, γιατί τα παναΐρια γίνονταν μόνο το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι τα έκαναν τα παναΐρια. Ο Αϊ-Γιώρς και το παναΐρ είναι το ίδιο;
Λίνα: Παναΐρ εν ρούσκα, α ρουμέκα εν Αϊ-Γιωρς.
Ολυμπιάδα: Παναΐρ ζερ ρούσκα εν τσάτσα; Το εν ρουμέκου λαχαρντί. Ρους-πα ήξιραν του шо ίλιγαν του παναΐρ. Ας πουμ αϊτς.
Α γω υρέβου να σε ρουτήσου: μόνου πλους κόσμους έφταγαν или τις ύριβιν;
Λίνα: Τις ύριβιν. «Γω υρέβου να κάμου παναΐρ, но γω τίπους-πα τι έχου, γω πουρού να δόκου κάνα αρνίθ». «Ничего, φέρε αρνίθ, κόσμους σουρέβνι».
Λίνα: Παναΐρ είναι στα ρώσικα, ενώ στα ρουμέικα είναι Αϊ-Γιώρς.
Ολυμπιάδα: Μα το παναΐρ δεν είναι ρώσικο, τσάτσα. Είναι ρουμέικη λέξη. Και οι Ρώσοι την ήξεραν, την έλεγαν και αυτοί παναΐρ. Ας το πούμε έτσι.
Θέλω όμως να σε ρωτήσω κάτι. Μόνο οι πλούσιοι άνθρωποι έκαναν παναΐρ ή όποιος ήθελε;
Λίνα: Όποιος ήθελε. Έλεγε: «Εγώ θέλω να κάνω παναΐρ, αλλά δεν έχω τίποτα. Μπορώ να δώσω μόνο ένα αρνί». Και του έλεγαν: «Δεν πειράζει, φέρε το αρνί. Ο κόσμος θα μαζέψει τα υπόλοιπα».
- Ομάδες αντικειμένων
- Προφορικός λόγος