Μουρμόρια
- Τίτλος
- el-GR Μουρμόρια
- Περιγραφή
- el-GR Συζήτηση για το παλιό νεκροταφείο στη Σαρτανά και τους οικογενειακούς τάφους των Ρουμέων.
- Записувач
- Κωνσταντίνος Χατζίνωβ
- Ημερομηνία
- 2025
- Χωρική κάλυψη
- Μαριούπολη
- Γλώσσα
- el — Roumeika (Mariupol Greek)
- Θέμα
- Προφορικός λόγος
- Δικαιώματα
- Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
- Transcription
Μουρμόρια
Ρουμέικα
Νέα ελληνικά
Λίνα: Τα παλέγια τα μουρμόρια ίλιγαν τα «Ας Σουρουκουτάν». Ατεί ήτουν σπιτ, σουρμπατζάβα-ς του σπιτ κι τα μουρμόρια ήτανι απίσου στου σπιτ τιν. Α σουρμπατζάβα ήτουν Σουρουκουτάν του σπιτ.
Λίνα: Το παλιό νεκροταφείο το έλεγαν «Ας Σουρουκουτάν». Εκεί ήταν ένα σπίτι, το σπίτι της νοικοκυράς, και το νεκροταφείο ήταν πίσω από το σπίτι της. Και η νοικοκυρά λεγόταν Σουρουκουτάν.
Ολυμπιάδα: Άντρα-τς ήτουν Σουρουκουτάν. Έμπρου ουλ-πα είχαν νόματα. Α μας ίλιγαν μας Μάνταλου. Ατοί ήταν Σουρουκουτάν.
Ολυμπιάδα: Ο άντρας της ήταν Σουρουκουτάν. Παλιά όλοι είχαν παρατσούκλια. Εμάς μας έλεγαν Μάνταλου. Αυτοί ήταν οι Σουρουκουτάν.
Λίνα: Τα μουρμόρια ήταν разны. Например, μπάμα-μ ντα πέθανιν, μπάμα-μ Λυμπιάδα ντα πέθανιν, хоть ήτουνι πλούσα… άντρα-τς ήτουνι πλούσους τ’έκαμιν τουν памятник κανά λουγάς-πα. Просто είσιν ένα крест. Κι πάνου γραμμένου: ατή κι ατή εν αδώ πουθαμέν. Πέθανιν ατότ. Βάλισκαν αϊτσά τουλαδίτσα. Τουλάιδα βάλισκαν λόρια στου τίτκου… Έφταγαν αδώ πάνου крест, κι ατίτκου крест βάλισκαν.
Λίνα: Οι τάφοι ήταν διαφορετικοί. Όταν πέθανε η γιαγιά μου, η γιαγιά Λυμπιάδα, αν και ήταν πλούσια… ο άντρας της ήταν πλούσιος, αλλά δεν της έκανε κάποιο μνημείο. Απλώς είχε έναν σταυρό. Και πάνω ήταν γραμμένο: η τάδε είναι εδώ πεθαμένη. Πέθανε τότε. Έβαζαν έτσι τουβλάκια. Τούβλα έβαζαν γύρω γύρω… Έκαναν εδώ πάνω σταυρό και τέτοιον σταυρό έβαζαν.
Ολυμπιάδα: Κрест τίλα του λέγνι ρουμέκα;
Ολυμπιάδα: Τον σταυρό πώς τον λένε ρωμέικα;
Λίνα: Σταυρό.
Λίνα: Σταυρό.
Ολυμπιάδα: Ξλίτκου σταυρό βάλισκαν κι πας του σταυρό ήτουν τ’όνομα-τ, τις πέθανιν, τ’όνομα-τ έγραφταν του κι ντα βέλγζις ήξιρις του, τις εν αδώ παραχουμένους.
Ολυμπιάδα: Ξύλινο σταυρό έβαζαν και πάνω στον σταυρό ήταν το όνομά του, ποιος πέθανε. Το όνομά του έγραφαν και, όταν κοιτούσες, ήξερες ποιος είναι εδώ θαμμένος.
Λίνα: Τα μουρμόρια είχαν στρατίτσις. Τα ήτανι: αδώ δάϊνανι στράτα, αδώ, центральный στράτα. Κι αχ του центральный τ’στράτα δάϊναντανι τσαχ αχ στν’άκρα, στ’ατότ ν’άκρα.
Λίνα: Το νεκροταφείο είχε δρομάκια. Ήταν έτσι: εδώ πήγαινε δρόμος, εδώ ο κεντρικός δρόμος. Και από τον κεντρικό δρόμο πήγαιναν δρομάκια μέχρι την άκρη, μέχρι εκείνη την άκρη.
Α дядя Μίσας Χαγιά, υναίκα-τ πέθανιν γιάσσα. Ήτουν κανά εικους τρία χουρνού. Κι γω ήμνι στα μουρμόρια. Κι τος до такой степени έκλιγιν. Τοτ είσιν του χαμπαγιάτ. Άμα τη γάπανιν τουν πάπα.
Ήταν στρατίτσις αϊτσά, центральный τ’στράτα, του μέγα τ’στράτα ήτουνι κι στέρα δάϊναν αϊτσά, στρατίτσις στα μουρμόρια. Α τουν дядя Μίσα τ’υναίκα παράχουσαν την αδώ ας τν’άκρα. Κι τοτ-πα βάλισκαν металлические ограды-ς. Σιδηρίτκου ограды-ς βάλισκαν. Τος τσαπαλανέβκιντουν и два мужика его держали и он плакал.
Και ο θείος Μίσας Χαγιά, η γυναίκα του πέθανε νέα. Ήταν καμιά εικοσιτριών χρονών. Κι εγώ ήμουν εκεί στο νεκροταφείο. Κι αυτός έκλαιγε σε τέτοιο βαθμό... Είχε ενοχή. Μα αυτή αγαπούσε τον πατέρα.
Ήταν δρομάκια έτσι, ο κεντρικός δρόμος, ο μεγάλος δρόμος, και μετά πήγαιναν έτσι, δρομάκια ανάμεσα στους τάφους. Και τη γυναίκα του θείου Μίσα την έθαψαν εδώ στην άκρη. Και τότε έβαζαν και μεταλλικές περιφράξεις. Σιδερένια κάγκελα έβαζαν. Αυτός χτυπιόταν, και δύο άντρες τον κρατούσαν κι αυτός έκλαιγε.
Ολυμπιάδα: Ηу αντρ αϊτς τι κάμνι, ну είσιν χαμπαγιάτ, αχτ ατό πρέπνα.
Ολυμπιάδα: Οι άντρες δεν κάνουν έτσι, αλλά είχε ενοχή, γι’ αυτό πρέπει να έγινε έτσι...
Λίνα: Μαγκράϊβιν-πα κακά. Πέμνιν ένα μκούτσκου μκρο κι Νίνα-πα τέσσερα χουρνού.
Λίνα: Έκλαιγε πάρα πολύ. Έμεινε ένα μικρούτσικο μωρό, και η Νίνα ήταν τεσσάρων χρονών.
Ολυμπιάδα: Μκούτσκου τι άλλου είχανι;
Ολυμπιάδα: Είχαν και άλλο μικρό παιδί;
Λίνα: Μι, το πέθανιν. Μπαρό νιστκό, το πέθανιν. Κι Γιουρόνα ντα ίλιγιν: συ μοιαζς τικμίλ τ’μάνα-ς… Κι Νίνα ίλιγιν: μάνα-μ ας τι σένα τι μόνου δάϊν. Τη είσιν γλώσσα γιαν τι μένα καλό.
Λίνα: Ναι, αυτό πέθανε. Μάλλον από πείνα πέθανε. Και όταν η Γιουρόνα έλεγε: «Εσύ δεν μοιάζεις καθόλου στη μάνα σου…», η Νίνα έλεγε: «Η μάνα μου έφυγε αντί για σένα». Αυτή είχε γλώσσα καλή, σαν κι εμένα.
Ολυμπιάδα: Τα παλέγια τα μουρμόρια, γω ατεί μία-πα τ’ήμνι, α τ. Λίνα ήταν ατεί.
Ολυμπιάδα: Στο παλιό νεκροταφείο εγώ δεν ήμουν ούτε μία φορά, ενώ η θεία Λίνα ήταν εκεί.
Λίνα: Βсе время-πα πήγανα. Αν τ’μπάμπα-μ, στέρα αν τ’μάμα-μ πήγανα.
Λίνα: Όλο τον καιρό πήγαινα. Πρώτα με τη γιαγιά μου, μετά με τη μάνα μου πήγαινα.
Ολυμπιάδα: Α γω μία-πα, потому что αν τ’Άλλα ντα μεγάλναμ, ήτουν άρτα ατούτου τούτα τιουνούρια τα μουρμόρια.
Ολυμπιάδα: Κι εγώ ούτε μία φορά, γιατί όταν μεγαλώναμε με την Άλλα, υπήρχε ήδη αυτό το καινούργιο νεκροταφείο.
Λίνα: Κι ίλιγαν τα Ντιατσένκα. Α Ντιατσένκας έζναν ας του τουκό μας του κβαρτάλ.
Λίνα: Και το έλεγαν Ντιατσένκα. Και οι Ντιατσένκο έμεναν στη δική μας συνοικία.
Ολυμπιάδα: Τουν τάτα τιν παράχουσαν κι αχ τα το είπαν του Ντιατσένκα τα μουρμόρια. Εμαθις του πως τα λένε Ντιατσένκα τα μουρμόρια; Πρώτους άθαρπους ήτουν Ντιατσένκας. Ρούσους ήταν.
Ολυμπιάδα: Τον πατέρα τους έθαψαν εκεί και γι’ αυτό το είπαν νεκροταφείο του Διάτσενκο. Έμαθες γιατί το λένε νεκροταφείο του Διάτσενκο; Ο πρώτος άνθρωπος εκεί ήταν ο Διάτσενκο. Ρώσος ήταν.
Λίνα: Έφταγιν στου потребсоюз.
Λίνα: Δούλευε στον συνεταιρισμό.
Ολυμπιάδα: Τος πρέπνα τι ινίθιν στ’Σαρτανά; Τος ήτουν χ κάνα χώρα άλλου ή αχτού μπαζάρ τις του ξερ.
Ολυμπιάδα: Αυτός μάλλον δεν γεννήθηκε στη Σαρτανά. Ήταν από κανένα άλλο χωριό ή από την πόλη, ποιος τον ξέρει.
Λίνα: Κι αχ τα το ίλιγαν του: «Ααα, συ υρέβς να σι πάγνι ας Σουρουκουτάν;»
Λίνα: Και γι’ αυτό του έλεγαν: «Ααα, εσύ θέλεις να σε πάνε στου Σουρουκουτάν;»
Ολυμπιάδα: Κι τα μπάμπις μας παραχουμεν ήταν ατεί. Γω τούτου τ’ήξιρα του шо είχαμ άρτα τιουνούρια μουρμόρια, α κόσμους πήγαναν τα… μπαρό ατεί ήταν τα μάμις τιν, τα τάτις τιν, ντέντα τιν ήτουν παραχουμένους, κόσμους πήγαναν ατεί, βάλισκαν τα σόγια τιν.
Ολυμπιάδα: Και οι γιαγιάδες μας θαμμένες ήταν εκεί. Εγώ αυτό το ήξερα, ότι είχαμε ήδη το καινούργιο νεκροταφείο, αλλά ο κόσμος πήγαινε εκεί... αφού εκεί ήταν οι μανάδες τους, οι πατεράδες τους, οι παππούδες τους ήταν θαμμένοι. Ο κόσμος πήγαινε εκεί, έθαβαν τα σόγια τους.
- Ομάδες αντικειμένων
- Προφορικός λόγος