Γιάσλις
- Τίτλος
- el-GR Γιάσλις
- Περιγραφή
- el-GR Αφήγηση της Λίνας Μανταλίτς και της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα για τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό.
- Записувач
- Κωνσταντίνος Χατζίνωβ
- Ημερομηνία
- 2025
- Χωρική κάλυψη
- Μαριούπολη
- Γλώσσα
- el — Roumeika (Mariupol Greek)
- Θέμα
- Προφορικός λόγος
- Δικαιώματα
- Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
- Transcription
Γιάσλις
Λίνα: Ήταν σμα μας γιάσλις αχ του “Νεζαμοζνικ”. Κι γω άλιαχ ίριβα να πάγου στα γιάσλις. Я говорила: μάμα, πως τι παένς συ… τι παίρνι μι στα γιάσλις; Τη ίλιγιν: γω τι κάμου δλίγια. Μάμα, πρατ κάμι δλίγια!
Ολυμπιάδα: Αν τι έφταγιν δλίγια υναίκα στου κολχόζ, τι πέρισκαν τα τα μκρα πεις του… ίλιγαν τα γιάσλις. Τι είχαν ρουμέκου όνιμα τα γιάσλις μας.
Λίνα: Ήταν κοντά μας ο παιδικός σταθμός από το κολχόζ «Νεζαμόζνικ». Κι εγώ πολύ ήθελα να πάω στον παιδικό σταθμό. Της έλεγα: «Μαμά, πώς και δεν πας εσύ… δεν με παίρνεις στον παιδικό σταθμό;». Αυτή απαντούσε: «Εγώ δεν δουλεύω». «Μαμά, πήγαινε να δουλέψεις!»
Ολυμπιάδα: Αν η γυναίκα δεν δούλευε στο κολχόζ, δεν έπαιρναν τα μικρά στον… τα έλεγαν «γιάσλις». Δεν είχε ρωμέικο όνομα ο παιδικός σταθμός σε μας.
Λίνα: Τα γιάσλις ήταν κολχόζνι-πα κι ήταν ραμπότσι-πα. Ήταν ας μπάμπα Βασιλία τα τα γιάσλις. Κι γω πήγανα все время ατεί έπαιζα. Κι πως ίλιγα τ’μάμα: “Μάμα, πρατ κάμι δλία ς μι παίρ μει ατεί”.
Ολυμπιάδα: Τι φάιζαν συ;
Λίνα: “Μεις τώρα θα φάγουμ, πρατ α σπιτ φάε!”. Γω ίρκιμνι κι μαγκράιβα. Στέρα τοι θα έπισαν να τιμιθούν.
Λίνα: Οι σταθμοί ήταν και του κολχόζ, ήταν και των εργατών. Ήταν στης μπάμπα Βασιλείας αυτός ο σταθμός. Κι εγώ πήγαινα συνέχεια εκεί και έπαιζα. Και πώς τα έλεγα της μάνας μου: «Μαμά, πήγαινε να δουλέψεις για να με πάρουν κι εμένα εκεί».
Ολυμπιάδα: Δεν σε τάιζαν εκεί;
Λίνα: Μου έλεγαν: «Εμείς τώρα θα φάμε, πήγαινε στο σπίτι να φας!». Εγώ ερχόμουν σπίτι κι έκλαιγα. Μετά αυτοί έπεφταν να κοιμηθούν.
Ολυμπιάδα: Μπάμπα Βασιλεία – это дом за нами. Τη είσσιν μέγα σπιτ, κακό μέγα. Κι στέρα πις τα τούτου σπιτ έκαμαν γιάσλις κι στέρα έκαμαν κιλσία. Χτου σπιτ έκαμαν κιλσία.
Κι μεις, γω κι тетя-ς Άλλα, ντα είμνας μκροι, πήγαναμ ατεί. Υναίκεις ίρκανταν ντα πνάτια κι πέσου είχαν κόλβα. Κι μεις ήξιραμ ποτ θα τα μράσνι, πουπάς άρτα ντα правил служба, τα υναίκεις, κάθα ένα υναίκα πέρισσκιν τουκό-τς του πνάτι κι μίραζιν αν του χλιαρίτς.
Κι κόσμους τράβανανα αϊτσά τα σσέρια τιν κι τίνα μίραζιν, βάλισσκιν του χλιαρίτς πις του σσερ κι άθαρπους сразу έτρουϊν του. Κι μεις, μπαρό, έζναμ μεις ατεί, αγώ, тетя-ς Άλλα, τα μκρα τα έζναν недалеко αχ τα κιλσία, όλα τα μκρα-πα σουρέβκανταν πιν κιλσία κι τράβαναν τα σσερίτσα τιν κια να βάλνι πέσου κόλβα. Κι μεις έτρουγαμ τα сразу.
Καλό κι ατό ν’κιλσία ήτουν γιανασσά μας. Μεις μόνου πήγαναμ άρτα ντα θα τα μίρασαν τα κόλβα, μεις τι στίκνιμας να φκριθούμ, μεις πήγαναμ πέσου ντα θα μοίρασαν τούτα τα κόλβα κι έτρουγαμ ατούτα τα κόλβα. Μεις μπαρό, ήξιραμ ποτ θα… служба закончится.
Ολυμπιάδα: Η μπάμπα Βασιλεία ήταν το σπίτι πίσω από εμάς. Είχε ένα μεγάλο σπίτι, πάρα πολύ μεγάλο. Και μετά, σε αυτό το σπίτι έκαναν τον παιδικό σταθμό και αργότερα το έκαναν εκκλησία. Από το σπίτι της έκαναν εκκλησία.
Κι εμείς, εγώ κι η θεία σου η Άλλα, όταν ήμασταν μικρές, πηγαίναμε εκεί. Οι γυναίκες έρχονταν με πιάτα και μέσα είχαν κόλλυβα. Κι εμείς ξέραμε πότε θα τα μοιράσουν: όταν ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία, οι γυναίκες, η κάθε γυναίκα έπαιρνε το πιάτο της, και μοίραζαν με το κουταλάκι.
Κι ο κόσμος άπλωνε έτσι τα χέρια του, και αυτή που μοίραζε έβαζε το κουταλάκι μες στο χέρι, και ο άνθρωπος το έτρωγε αμέσως. Κι εμείς, βέβαια, που μέναμε εκεί, εγώ, η θεία σου η Άλλα... τα μικρά που έμεναν όχι μακριά από την εκκλησία, όλα τα μικρά μαζεύονταν στην εκκλησία κι άπλωναν τα χεράκια τους για να τους βάλουν μέσα κόλλυβα. Κι εμείς τα τρώγαμε αμέσως.
Πάλι καλά που αυτή η εκκλησία ήταν δίπλα μας. Εμείς πηγαίναμε μόνο όταν ήταν να μοιράσουν τα κόλλυβα, δεν καθόμασταν να ακούσουμε τη λειτουργία. Μπαίναμε μέσα όταν μοίραζαν τα κόλλυβα και τα τρώγαμε. Εμείς, βέβαια, ξέραμε πότε θα… τελειώσει η λειτουργία.
Λίνα: Θα πιλις κιλσία.
Ολυμπιάδα: Конец службы ίλιγαν: πέλσιν κιλσία. Κι μεις ατότι δάϊναμ όλα τα μκρα πιν κιλσία κι τράβαναμ τα σσερίτσα μας να μας βάλνι κόλβα τα υναίκεις. Ну, τα ήτουν μόνου Σάβατους ήτουν κι ν’Τυριτή ή μόνου Τυριτής ήτουν; Το ήτουν μόνου τουν Σάβατου.
Κι μία ν’Τυριτή ήρτιν ένα κουρτσίτς, γω πήγανα ντάμα-τς πις ένα κλας, κι πήρα την κι δάβαμε ς ν’κιλσία, κι τη-πα βάλισσκιν του σσερ-τς, μπαρό, τίγαλα μεις, τη-πα τη. Α μάνα-τς ήτουν δασκαλίτσα, κι στέρα ήρτιν α σπιτ την κι ήπιν του τ’μάνα, шо ήτουν πιν κιλσία κι πράτανιν αν του σσερίτς να την δόκνι. Κι μένα χούλξαν μι обрабатывали меня, πως την πήγα γω ς ν’κιλσία.
Λίνα: «Θα απολύσει η εκκλησία».
Ολυμπιάδα: Το τέλος της λειτουργίας το έλεγαν: «απέλυσε η εκκλησία». Κι εμείς τότε μπαίναμε, όλα τα μικρά, στην εκκλησία και απλώναμε τα χεράκια μας για να μας βάλουν κόλλυβα οι γυναίκες. Λοιπόν, αυτό γινόταν μόνο Σάββατο και Κυριακή ή μόνο Κυριακή; Αυτό γινόταν μόνο το Σάββατο.
Και μια Κυριακή ήρθε ένα κοριτσάκι, πήγαινα μαζί της στην ίδια τάξη, και την πήρα και πήγαμε στην εκκλησία. Και άπλωσε κι αυτή το χέρι της. Βέβαια, όπως εμείς, έτσι κι αυτή. Η μάνα της όμως ήταν δασκάλα, και μετά πήγε σπίτι της και είπε στη μάνα της ότι ήταν στην εκκλησία κι άπλωσε το χεράκι της για να της δώσουν κόλλυβα. Και με κάλεσαν μέσα και μου έβαλαν τις φωνές πώς την πήγα εγώ στην εκκλησία.
Λίνα: Όσα χουρνού είσνι, Λίπα;
Ολυμπιάδα: Κανά ουχτώ πρέπνα, τσάτσα. Ну, τι ξέρου точно, τι ξέρου του όσα χουρνού είμνι, ну ατούτου γω запомнила.
Λίνα: Λίπα-μ, τι θα σι έκαμαν;
Ολυμπιάδα: Θα μι έσσισαν.
Λίνα: Με, τόσα μκρα είχαμε…
Ολυμπιάδα: Τσάτσα, γω τι φουβίθα, να μη φουβάσαι. Γω μπαρό ήξιρα, шо τι έκαμα τίπουτ противозаконный. Хоть ίφιραν μι πις του учительский. Το ήτουν άλιαχ παρακάτου δλία να πάγνι του μκρο πις του учительский ки δασκάλ сразу, άμα ντζαντούϊδα, οβτσάρκις πας τα μκρα, κάθα εις θα είπιν τίπουτ.
Λίνα: Πόσων χρονών ήσουν, Λίπα;
Ολυμπιάδα: Καμιά οχτώ πρέπει να ήμουν, θεία. Ε, δεν ξέρω ακριβώς, δεν ξέρω πόσων χρονών ήμουν, αλλά αυτό εγώ το θυμάμαι.
Λίνα: Λίπα μου, και τι θα σου έκαναν;
Ολυμπιάδα: Θα μου έβαζαν φωνές.
Λίνα: Μα, τόσο παιδιά που ήμασταν…
Ολυμπιάδα: Τσάτσα, εγώ δεν φοβήθηκα, μη φοβάσαι. Εγώ, βέβαια, ήξερα ότι δεν έκανα τίποτα παράνομο. Αν και με πήγαν στο γραφείο των δασκάλων. Αυτό ήταν πάρα πολύ τρομακτικό πράγμα, να πάει το μικρό παιδί στο γραφείο των δασκάλων. Και οι δάσκαλοι αμέσως, σαν στρίγγλες, σαν λυκόσκυλα, έπεφταν πάνω στα μικρά, ο καθένας κάτι θα έλεγε.
- Ομάδες αντικειμένων
- Προφορικός λόγος