Αναμνήσεις για την οικογένεια και το σπίτι

Τίτλος
el-GR Αναμνήσεις για την οικογένεια και το σπίτι
Περιγραφή
el-GR Aναμνήσεις της Λίνας Μανταλίτς για το σπίτι, τους συγγενείς και τη ζωή της οικογένειας.
Виконавець
Λίνα Μανταλίτς
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Αναμνήσεις για την οικογένεια και το σπίτι (os009)

Дядя Σάσας κι πάπα-μ ψσίρσαν… Дядя Σάσας α πίριν γυναίκα. Το έζναν ολ вместе, α στέρα раз πήριν γυναίκα τος ύριβιν να χουρστεί. Κι раз ύριψιν να χουρστεί, ύριψιν το σπιτ να του κάμνει делить, να του μραστούν. Дядя Σάσας λε: ας καμ Κόλιας… έγραψαν χαρτίτσα, έβαλαν τα πεις τ’шапка κι Κόλιας ας παιρ του χαρτίτς…

Ο θείος Σάσας και ο πατέρας μου άρχισαν… Ο θείος Σάσας πήρε γυναίκα. Πριν ζούσαν όλοι μαζί, και ύστερα, όταν πήρε γυναίκα, ήθελε να χωριστεί. Και αφού ήθελε να χωριστεί, ήθελε να χωρίσουν και το σπίτι, να το μοιραστούν. Ο θείος Σάσας λέει: «Ας τραβήξει ο Κόλιας…» Έγραψαν χαρτάκια, τα έβαλαν στο καπέλο, και ας πάρει ο Κόλιας το χαρτάκι.

Κόλιας πήρην του χαρτίτς που κατέγιν… που τι ήταν πόλια, α дядя Σάσας καταέν που ήταν πόλια. Πεις чапка ήτανι δύα χαρτίτσα, τις θα περ τ’ένα του τόπου, τις θα περ τ’άλου τουν τόπου. Κόλιας πήρην του первый του χαρτίτς που ήτουνι ας τουν μαρέγια του σπιτ. Κατέϊν λίγους πόλια, το πάτου ήτανι… τα πόλια ήτανι αδώ ξυλίτκα, ατεί ήτανι μόνου πάτου. Κι του μαγαζί дядя Σάσας κατέϊν. Α μεις κατεέν δύια κόμνατις κι κουχνίτσα, α πειν κουχνίτσα κανείς-πα τ’έζνιν, το ήτουν κρύιου.

Ο Κόλιας πήρε το χαρτάκι που του έτυχε… εκείνο που ήταν χωρίς πατώματα, ενώ στον θείο Σάσα έτυχε εκείνο που είχε πατώματα. Στο καπέλο ήταν δύο χαρτάκια, ποιος θα πάρει το ένα μέρος, ποιος θα πάρει το άλλο μέρος. Ο Κόλιας πήρε το πρώτο χαρτάκι, που ήταν από τη μεριά του σπιτιού. Του έτυχε χωρίς πατώματα, κάτω ήταν… τα πατώματα εδώ ήταν ξύλινα, εκεί ήταν μόνο χώμα. Και το μαγαζί έτυχε στον θείο Σάσα. Κι εμείς πήραμε δύο δωμάτια και μια κουζινίτσα, αλλά στην κουζινίτσα δεν έμενε κανείς, ήταν κρύο.

В 53-м году дядя Σάσας άρτα ίσσιν μέγα ταϊφά κι νούνσιν να καμ δαφτότ σπιτ. Α καπίτια τος πουλά τ’είσιν конечно κι πήριν… τουκό μας του σπιτ είσιν δύια μακρέγια… κλούνις δύια κλούνις είχαν. Дядя Σάσας πήριν του μσο ν’κλούνι, τα χαγιάϊδα κι έκαμιν σπιτ. Κι πήριν, απ’πάνου τα ήταν, τι τα ίλιγαν, ζμόνσα του… κι σσόπασιν του σπιτ… τιραμίδα, τα τιραμίδα πήριν τα χτου… αχ τ’αράν… πήριν τα τιραμίδα αχ τα δύα τα αράνια κι σσόπασιν του σπιτ. Κι τουκό μας του ραν πέμνιν ασσόπατου. Κι πάπα-μ γόρασιν толь κι σσόπασιν ντου толь.

Το 1953 ο θείος Σάσας είχε ήδη μεγάλη οικογένεια και σκέφτηκε να κάνει δικό του σπίτι. Αλλά πολλά χρήματα δεν είχε, βέβαια, και πήρε… το δικό μας σπίτι είχε δύο μακριές αποθήκες, δύο αποθήκες είχε. Ο θείος Σάσας πήρε τη μισή αποθήκη, τα χαγιάτια, και έκανε σπίτι. Και πήρε όσα ήταν από πάνω, πώς τα έλεγαν, το ξέχασα… και σκέπασε το σπίτι… κεραμίδια. Τα κεραμίδια τα πήρε από τον αχυρώνα, πήρε τα κεραμίδια από τους δύο αχυρώνες και σκέπασε το σπίτι. Και ο δικός μας αχυρώνας έμεινε ασκέπαστος. Και ο πατέρας μου αγόρασε πισσόχαρτο και τον σκέπασε με πισσόχαρτο.

Дядя Σάσας πέρασιν στου τιουνούργιου το σπιτ, α μεις πήραμ του του όλου του σπιτ. Ну тетя Nάντια… τος вобщем то т’μαρέγια τος τ’είσιν του κι ντα του πήραμ του σπιτ όλου πάπα-μ χρένιντουν… дядя Σάσας θα έκαμιν отказаться αχ μαρέγια, ну тос τ’έκαμιν отказаться…

Ο θείος Σάσας πέρασε στο καινούργιο σπίτι, κι εμείς πήραμε όλο το παλιό σπίτι. Η θεία Νάντια… αυτός, γενικά, το μερίδιό του δεν το είχε πια, και όταν πήραμε όλο το σπίτι, ο πατέρας μου χρειαζόταν… ο θείος Σάσας έπρεπε να κάνει αποποίηση από το μερίδιο, αλλά τελικά δεν έκανε αποποίηση.

Дядя Σάσας έφταγιν γιάσκους ντα ήτουν πειν пекарня, έφταγιν ψουμί κι ντα θα ήτουν ένα праздник, сретенье ίλιγαν του ρούσκα, α ρουμέκα ζμόνσα τι του ίλιγαν, φέρισκιν μι πλίτσα, έφταγαν αχ του ζμαρ πλίτσα τι τος φέρισκιν μι πλίτς. Στέρα τος απαδόχ, ντα πήριν υναίκα, υναίκα’τ ήτουν Ρούσσα, тетя Nάντια, κι δάβαν στου завод на квартиру. Дядя Σάσας τοτ έφταγιν πεις του τκαν τκαντζής κι έζνιν στου ζαβόντ на квартире κι πλουγάρζιν καπίτια. Α μεις πέλναμ квартиранты дядя Σάσας μαρέγια. Α τα καπίτια πέρισκαμ τα μεις, τουν дядя τ’έδουγαμ τα. Τουκό-τ τουν τόπου έδουϊν του κβαρτιράντς, α τα καπίτια πέρισκαμ τα μεις. Καπίτια τος τ’είσιν να πλουγαρίς за квартиру κι έφταγιν ας τ χώρα, κι έφταγιν δλεία πεις του ν’пекарня, α στέρα έβαλαν τουν τκαντζής, α στέρα-πα έφταγιν кладовщик-ς.

Ο θείος Σάσας, όταν ήταν νέος, δούλευε στον φούρνο, έφτιαχνε ψωμί. Και όταν ήταν μια γιορτή, «Σρέτενιε» την έλεγαν στα ρωσικά, ενώ στα ρουμέικα ξέχασα πώς την έλεγαν, μου έφερνε πουλάκια. Έφτιαχναν πουλάκια από ζυμάρι, και αυτός μου έφερνε πουλάκι. Ύστερα, όταν πήρε γυναίκα, η γυναίκα του ήταν Ρωσίδα, η θεία Νάντια, και πήγαν στην πόλη σε νοικιασμένο διαμέρισμα. Ο θείος Σάσας τότε δούλευε στο μαγαζί ως πωλητής, ζούσε στην πόλη σε διαμέρισμα και πλήρωνε ενοίκιο. Κι εμείς βάζαμε ενοικιαστές στη μεριά του θείου Σάσα. Και τα χρήματα τα παίρναμε εμείς, στον θείο δεν τα δίναμε. Τον δικό του χώρο τον έδινε στους ενοικιαστές, ενώ τα χρήματα τα παίρναμε εμείς. Χρήματα δεν είχε για να πληρώνει το διαμέρισμα, και δούλευε στο χωριό, δούλευε στον φούρνο, ύστερα τον έβαλαν πωλητή, και αργότερα δούλευε και ως αποθηκάριος.

Дядя Κόλια τίλα έστιξιν του σπιτ; Τος… ας του Κουρσκ δάβαν χαζάνευαν καπίτια, έσκαφταν καρτόπλις, σόριβαν μήλα κι φέρισκαν τα πούλναν τα κι σόριβαν καπίτια. Αϊτς πήριν τος κανά πέντε χρονς, σόριψιν καπίτια, δόκαν τουν τόπου κι ψίρσιν он там строиться. Αχ τουν сельсовет δώκαν του τόπου, потому что дядя Σάσας άρτα τουν τόπου πήριν του, α τόπου άλλου τ’είχαμ.

Ο θείος Κόλιας πώς έχτισε το σπίτι; Αυτός… πήγαιναν στο Κουρσκ και έβγαζαν χρήματα, έσκαβαν πατάτες, μάζευαν μήλα, τα έφερναν, τα πουλούσαν και μάζευαν χρήματα. Έτσι του πήρε περίπου πέντε χρόνια, μάζεψε χρήματα, του έδωσαν οικόπεδο και άρχισε εκεί να χτίζει. Από το συμβούλιο του χωριού του έδωσαν τον τόπο, επειδή ο θείος Σάσας είχε ήδη πάρει τον δικό του τόπο, και άλλον τόπο δεν είχαμε.

Κόλιας έφταγιν служить στ’Γερμάνια. Στέρα πέλσαν τον в отпуск. Τος ίφεριν ένα μέγα чемодан φουρισίις. Τ’μάμα-μ ίφεριν ένα φλιουρίτκου часы, μένα ίφεριν μι комбинация, τ’μάμα комбинация. Του δαφτότ ίφεριν, ну πουλά φουρεσίις τος ίφεριν. Ίφεριν κοβιόρια. Τος έφταγιν ατεί младший сержант-ς τι ίφεριν ένα μέγα чемодан σέγια.

Ο Κόλιας έκανε θητεία στη Γερμανία. Ύστερα τον έστειλαν με άδεια. Αυτός έφερε μια μεγάλη βαλίτσα με ρούχα. Της μητέρας μου έφερε ένα χρυσό ρολόι, εμένα μου έφερε ένα μεσοφόρι, και στη μητέρα μου μεσοφόρι. Και για τον εαυτό του έφερε, λοιπόν, πολλά ρούχα έφερε. Έφερε χαλιά. Εκεί υπηρετούσε ως κατώτερος λοχίας και έφερε μια μεγάλη βαλίτσα πράγματα.

Τσεχοσλοβάκια καταέιν κι απατίχ πέλσιν μι открытка κι πέλσιν μι χαρτί κι πέσου είσιν δυο τραγόιδα. Τ’ένα του τραγώδ ήτουνι, τίλα του ίλιγαν… κι γω-πα τ’άλου του τραγόδ έβαλα του мотив. Στέρα πέρασιν κανά победа, 9 мая 46-го года τραγουδά εις артист-ς τούτου του τραγόδ πας τ’сцена. Γω φκρούμι, точный του мотив του έβαλα εγώ точный τίτκου мотив. Τι ξερς τούτου τραγόδ;

Ο πατέρας μου βρέθηκε στην Τσεχοσλοβακία και από εκεί μου έστειλε κάρτα και μου έστειλε γράμμα, και μέσα είχε δύο τραγούδια. Το ένα τραγούδι ήταν, πώς το έλεγαν… και εγώ στο άλλο τραγούδι έβαλα τη μελωδία. Ύστερα, όταν ήταν η μέρα της Νίκης, στις 9 Μαΐου του 1946, ένας καλλιτέχνης τραγουδούσε αυτό το τραγούδι πάνω στη σκηνή. Εγώ ακούω, ακριβώς η μελωδία που είχα βάλει εγώ, ακριβώς τέτοια μελωδία. Δεν το ξέρεις αυτό το τραγούδι;

Πάπα-μ πέλνιν μας χαρτία χτου фронт. A μεις… γω, μάμα τ’έγραφτιν τουν χαρτία, τη είσιν δυα κλάσα, έγραφτα χαρτί γω, έγραφτα τουν πάπα-μ τι φτάγουμ μεις ας τ’χώρα. Τος ρώτανιν: τι φτάιτ, τι μαγειρέυειτ, τι φτάι του χνο, τος ρώτανιν μας. Μεις-πα έγραφταμ τουν του, шо του χνο δουϊ μας γάλα, πάλι στο τσολ του χνο, ίλιγαμ του шо έβαλαμ καρτόπλις, στέρα σόριψαμ τα τα καρτόπλις, όλα τούτα γω έγραφτα τουν πάπα-μ, τι έφταγαμ α’σπιτ μας.

Ο πατέρας μου μας έστελνε γράμματα από το μέτωπο. Και εμείς… εγώ, γιατί η μητέρα μου δεν του έγραφε γράμματα, είχε τελειώσει μόνο δύο τάξεις, έγραφα εγώ τα γράμματα. Έγραφα στον πατέρα μου τι κάνουμε εμείς στο χωριό. Αυτός ρωτούσε: «Τι κάνετε; Τι μαγειρεύετε; Τι κάνει η αγελάδα;» Αυτά μας ρωτούσε. Κι εμείς του γράφαμε ότι η αγελάδα μάς δίνει γάλα, ότι η αγελάδα είναι πάλι στη στέπα. Του λέγαμε ότι φυτέψαμε πατάτες, ύστερα ότι μαζέψαμε τις πατάτες. Όλα αυτά εγώ τα έγραφα στον πατέρα μου, τι κάναμε στο σπίτι μας.

Μεις είχαμ μπουστάν. Ατούτου του μπουστάν τσαπαλάϊβαμ του. Вначале βαλισκαμ του, στέρα τσαπαλάϊβαμ του, στέρα πέρισκαμ χαλπούζα. Дядя Κόλιας, дядя Κότιας, γω, Λίπα και Άλλα παν тачка δάιναμ ας του τσολ. Α στου τσολ σόριβαμ χαλπούζα κι στέρα φέρισκαμ τα στ χώρα. Κι μια του σκλι μας τοιμήθην κι πέμνιν πεις του τσολ κι μεις ίρταμ λίγους του σκλι. Μεις τίτκου φουβούμνας шо του σκλι μας χάθιν κι άλου τι θα ερτ… Κι μεις του βραδύ πκάνζαμ φακούϊδα κι το ήρτιν κι κάθα ένα μας έγλιφτιν. Οϊ, τίτκου σέριντουν κι μεις-πα ντάμα σέριμνας.

Εμείς είχαμε μποστάνι. Αυτό το μποστάνι το σκαλίζαμε. Στην αρχή το φυτεύαμε, ύστερα το σκαλίζαμε, και μετά μαζεύαμε καρπούζια. Ο θείος Κόλιας, ο θείος Κότιας, εγώ, η Λίπα και η Άλλα πηγαίναμε με το καρότσι στη στέπα. Και στη στέπα μαζεύαμε καρπούζια και ύστερα τα φέρναμε στο χωριό. Και μια φορά το σκυλί μας αποκοιμήθηκε και έμεινε στη στέπα, κι εμείς γυρίσαμε χωρίς το σκυλί. Εμείς φοβηθήκαμε πάρα πολύ ότι το σκυλί μας χάθηκε και δεν θα ξαναγυρίσει πια. Και το βράδυ, την ώρα που καθαρίζαμε φακές, ήρθε και έγλειφε τον καθένα μας. Οϊ, τόσο χαιρόταν, κι εμείς χαιρόμασταν μαζί του.

Γω πούλνα γάλα κι ίρκιμνι αχ του завод. А τοτ ας του завод ήταν τίτκα грузовы машины’ς αντ τα μπόρτια. Κι μεις κάθιμνας πάνου. Κι βιγλίζου πάνου, πάπα-μ! Ίβουϊ μάνα! Γω первая ήδα τουν τουν πάπα-μ πεις τ-машина. Κι ήρταμ μεις ας σπιτ. Τόσα χαρέϊς ήτανι. Сразу τος έκαμιν устроиться, στάθην να καμ δλία, είχαμ райпо, ας του райпо шофер-ς έφταγιν. Τι ξέρου πως παδόχ, δαϊν στέρα πεις τ’молочарня шофер-ς. Ουλ νύχτα βγάλνιν γάλα. Αχ τα χώρις φέρισκιν γάλα. Κι γω-πα μία ντάμα τίννι δάβα, πεις Τσουρμαλίχ δάβαμ αντ машина, ουλ νύχτα βγάλνιν τος γάλα. Κι ίρταμ ίφιραμ του σ’молочарня του γάλα, αν τα μπιντόνια.

Εγώ πουλούσα γάλα και γυρνούσα από την πόλη. Και τότε από την πόλη πήγαιναν τέτοια φορτηγά αυτοκίνητα με καρότσες. Κι εμείς καθόμασταν πάνω. Και κοιτάζω πάνω, ο πατέρας μου! Ίβουϊ μάνα! Εγώ πρώτη είδα τον πατέρα μου μέσα στο φορτηγό. Και γυρίσαμε εμείς στο σπίτι. Τόση χαρά ήταν. Αμέσως αυτός βρήκε δουλειά, πήγε να δουλέψει. Είχαμε καταναλωτικό συνεταιρισμό, και στον συνεταιρισμό αυτόν δούλευε ως οδηγός. Δεν ξέρω πώς έγινε, ύστερα πήγε ως οδηγός στο γαλακτοκομείο. Όλη τη νύχτα μάζευε γάλα. Από τα χωριά έφερνε γάλα. Και εγώ επίσης μια φορά πήγα μαζί του, πήγαμε στο Τσουρμαλίχ με το αυτοκίνητο, όλη τη νύχτα αυτός μάζευε γάλα. Και γυρίσαμε, φέραμε το γάλα στο γαλακτοκομείο, μέσα σε δοχεία.

Μπάμπα Ράγια δλίις τ’έκαμιν. Τη στου κολχόζ βγαλισκαν τιν. Ну τη στου κολχόζ-πα τ’ήθελιν να καμ. Είσιν μκούτσκου μκρο κι τι δάϊνιν στου κολχόζ, δάϊνα γω, ας τα τινα τι μόνου. Α στέρα άρτα Μίτια ντα ίντουν μέγας, ψίρσιν να πάει στου κολχόζ. Σόριβαν πατλιτζάνια, μόνο καλτιρί τη πίινιν, αγγούρια βάλισκαν…

Η γιαγιά Ράγια δεν δούλευε. Την έστειλαν στο κολχόζ. Αλλά αυτή δεν ήθελε να δουλεύει στο κολχόζ. Είχε μικρό παιδί και δεν πήγαινε στο κολχόζ, πήγαινα εγώ αντί για εκείνη. Και ύστερα, όταν ο Μίτια έγινε πια μεγάλος, άρχισε να πηγαίνει στο κολχόζ. Μάζευαν ντομάτες, μόνο το καλοκαίρι πήγαινε, φύτευαν αγγούρια.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος