Ρουμέικα φαγητά και γιορτινά τραπέζια

Τίτλος
el-GR Ρουμέικα φαγητά και γιορτινά τραπέζια
Περιγραφή
el-GR Αφήγηση της Ολυμπιάδας Χατζίνοβα και της Λίνας Μανταλίτς για τα παραδοσιακά ρουμέικα φαγητά, τα γιορτινά τραπέζια και τις καθημερινές διατροφικές συνήθειες.
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Τίλα φαϊμάτια τρώγνι Ρουμέϊ

Τι φαγητά έτρωγαν οι Ρουμέοι

Ολυμπιάδα: Ολ Ρουμέϊ γάπαναν τα γιουρτιάτκα μέρις. Κι κάθα γιουρτί κατ έφταγαν ρουμέκου. Τσιρτσίρια Ρουμέϊ έφταγαν, αν ίρεβαν, έφταγαν κάθα Τιριτί.

Λίνα: Πλους κόσμους έφταγαν κάθα Τιριτί или ντα ίρκανταν κανείς μισαφιρς.

Ολυμπιάδα: Όλοι οι Ρουμέοι αγαπούσαν τις γιορτινές μέρες. Και σε κάθε γιορτή έφτιαχναν κάτι ρουμέικο. Τα τσιρτσίρια τα έφτιαχναν οι Ρουμέοι, αν ήθελαν, τα έφτιαχναν κάθε Κυριακή.

Λίνα: Οι πλούσιοι τα έφτιαχναν κάθε Κυριακή ή όταν ερχόταν κάποιος μουσαφίρης.

Ολυμπιάδα: Τις είσιν κρέγιας, τις είσιν άλμα, ατός έφταγιιν, τις τίσιν - έτρούϊν καρτόπλις. Α σ’πουμ σμους έφταγαν μόνου ντα ψιρίδ… Ну στα, γω μπαρώ τίπουτπα τ’είπα. Καλτιρί καμία-πα τ’έφταγαν σμούσα. Ίρκιντουν τινούργιου χρόνους - ψίραναν να κάμνι σμους. Κι στέρα… ίρκιν τινούργιου χρόνους κι τώρα κάθα Τιριτί τοι πόρναν να κάμνι σμούσα, τις ίριβιν. Α καλτιρί σμούσα ρουμέϊ τ’έφταγαν, καμία-πα. Γω τι ξέρου πως, но τ’έφταγαν. Ψίραναν να κάμνι σμούσα τίλα ίρκιντουν τινούργιου χρόνους. Κι а στέρα έφταγαν ποτ ίριβαν, нο μόνου σουμκά έφταγαν.

Ολυμπιάδα: Όποιος είχε κρέας, όποιος είχε λίπος, αυτός έφτιαχνε. Όποιος δεν είχε, έτρωγε πατάτες. Ας πούμε το σμούσι το έκαναν μόνο όταν άρχιζε… Περίμενε, αφού εγώ δεν είπα τίποτα ακόμα.

Το καλοκαίρι ποτέ δεν έφτιαχναν σμούσα. Ερχόταν ο καινούργιος χρόνος και άρχιζαν να κάνουν το σμούσι. Και ύστερα… ερχόταν ο καινούργιος χρόνος και πλέον κάθε Κυριακή μπορούσαν να φτιάξουν σμούσα, όποιος ήθελε. Το καλοκαίρι όμως τα σμούσα οι Ρουμέοι δεν τα έφτιαχναν ποτέ. Δεν ξέρω το γιατί, αλλά δεν τα έφτιαχναν. Άρχιζαν να φτιάχνουν τα σμούσα όταν ερχόταν ο καινούριος χρόνος. Κι ύστερα τα έφτιαχναν όποτε ήθελαν, αλλά μόνο τον χειμώνα.

Τα σμούσα έφταγαν τα μόνου σουμκά, а τσιρτσίρια έφταγαν κι καλτιρί, ποτ ίριβαν. Но έφταγαν τα μόνου τιριτιάτκα. Κάθα μέρα μεις τ’έτρουγαμ, καμία-πα τ’έτρουγαμ. Δευτέρα μεις καμία-πα τ’έτρουγαμ τσιρτσίρια. Αν ήτουν Τιριτίς πόρναμ να φάγουμ κι τσιρτσίρια-πα. А τα σμούσα, αχ τα το λέγν’ του-πα… μεις λέγουμ του καλαντέσου σμους, τα κάλαντα, ψίραναν να κάμνι μόνου τα κάλαντα. Κι ατόρα ίρτιν κάλαντας κι στέρα, του σμους οπότε ίριβιν σουρμπατζάβα, τοτ έφταϊιν τ’ταϊφά-τς σμους. Τίγαλα например τσιρτσίρια έφταγαμ, τσιρτσίρια μεις τ’έφταγαμ τα καλτιρί, τα έφταγαμ τα σουμκά. Γω τι ξέρου πως но έφταγαμ τα σουμκά. Καλά του λέγου; Μι. Αν τα ίρτιν κανείς μισαφίρς ну έφταγαμ конечно, τιμάσκανταν Ρουμέϊ. Особенно τιμάσκανταν ντα θα ίρταν сваты. Α κάθα Τιριτί τ’έφταγαμ, καμία τ’μήνα μία μπέλτιμ έφταγαμ. Τ’μήνα μία έφταγαμ, κι τσιρτσίρια κι σμούσα.

Λίνα: Τσιρτσίρια πόρναμ να κάμουμ κάθα Τυριτή.

Ολυμπιάδα: Πόρναμ, а μεις τ’έφταγαμ. Ουλ ήταν ατίτκοι γιαν τ ι μας. Κακοί πλους ήταν. Μόνου πλουςς тетя Λίνα λε. Τοι έτρουγαν τι ίριβαν, α μεις έτρουγαμ του είχαμ.

Τα σμούσα τα έφτιαχναν μόνο τον χειμώνα, ενώ τα τσιρτσίρια τα έφτιαχναν και το καλοκαίρι, όποτε ήθελαν. Αλλά τα έφτιαχναν μόνο τις Κυριακές. Καθημερινές δεν τα τρώγαμε, ποτέ δεν τα τρώγαμε. Τη Δευτέρα εμείς ποτέ δεν τρώγαμε τσιρτσίρια. Αν ήταν Κυριακή μπορούσαμε να φάμε και τσιρτσίρια. Τα σμούσα όμως... γι' αυτό και τα λένε... εμείς τα λέμε «καλαντιάτικα σμούσια», τα Κάλαντα. Άρχιζαν να τα φτιάχνουν μόνο στα Κάλαντα. Μόλις έρχονταν τα Κάλαντα και μετά, το σμούσι το έφτιαχνε η νοικοκυρά για την οικογένειά της όποτε ήθελε. Όπως και τα τσιρτσίρια έφτιαχναμ, τα τσιτσίρια δεν τα έφτιαχναμ το καλοκαίρι, τα έφτιαχναμ το χειμώνα. Εγώ δεν ξέρω το γιατί, αλλά τα φτιάχναμε τον χειμώνα. Καλά δεν τα λέω; Ναι. Αν ερχόταν κανένας μουσαφίρης, τότε βέβαια τα φτιάχναμε, ετοιμάζονταν οι Ρουμέοι. Ειδικά όταν ήταν να έρθουν τα συμπεθέρια. Όμως, κάθε Κυριακή δεν τα φτιάχναμε. Καμιά φορά τον μήνα, ίσως μια φορά τον μήνα τα φτιάχναμε. Μια φορά τον μήνα φτιάχναμε και τσιρτσίρια και σμούσα.

Λίνα: Τσιρτσίρια μπορούσαμε να φτιάξουμε κάθε Κυριακή.

Ολυμπιάδα: Μπορούσαμε, αλλά εμείς δεν φτιάχναμε. Όλοι ήταν σαν εμάς τότε. Πολλοί λίγοι ήταν πλούσιοι. Μόνο οι πλούσιοι, που λέει η θεία Λίνα. Αυτοί έτρωγαν ό,τι ήθελαν, ενώ εμείς τρώγαμε ό,τι είχαμε.

Στα σμούσα κι στα τσιρτσίρια έφταγαν ζμαρ одно и то же. Μόνου τα σμούσα μπαρό έφταγαν… ντα έφταγαν σμους κάθα σουρμπατζάβα έφταϊιν τουκό-τς του σμους. Έφταγαν κόσμους τρία φύλλα, ίνζαν τρία φύλλα, ας ένα σμους τρία φύλλα, τα ήταν άλιαχ πουλά τρία φύλλα. Μία μία μπάμπα Ράγια έφταγιν τρία φύλλα, μία μία δύο φύλλα. Μα το-πα μπαρό ατό του φύλου, βάλισκιν ένα φύλου, μαλιάϊβιν του ντου жир, στάρα βάλισκιν πάνου ένα τιάλου, ένα τιάλου, κι στέρα τούτου του φύλου, του χουντρό του φύλου, έφταγαν του τέσσερις φουρές… Κι ύστερα ατούτου του ζμαρ ίνζαν του, ατοί μπαρό έφταγαν του αντ άλμα, έφταγαν όλα τα φύλλα, βάλισκαν πάνου. Μάλιαζαν τα αντ άλμα. Κι ατούτου του ζμαρ, τρία φύλλα μπάμπα Ράγια κι ουλ-πα ζντίβαζαν του μια, δεύτερου, τρία, τέσσερα φουρές. Кι πιμένισκιν ένα ατίτκου квадратик, ντρανάς; Κι ατούτου του τ’χαπέγια ίνζαν του, ντου ματσόκ ίνζαν του, έφταγαν ένα χουντρό квадрат. Κι στέρα ατούτου του квадрат ίνζαν του, έφταγαν χουντρό φύλλου, μα πασί, ατό ήτουν άρτα πασί. Κι βάλισκαν του, αϊτσά βαλισκαν του конвертом, κι σουρμπατζάβα παλ ίνζιν του…

Λίνα: Ίνζαν τρία φύλλα…

Ολυμπιάδα: Τούτου γω είπα του, συ άρτα τίλα του σόριβαν.

Ολυμπιάδα: Για τα σμούσια και τα τσιρτσίρια η ζύμη γινόταν με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που στα σμούσια... όταν έφτιαχναν σμούσι, η κάθε νοικοκυρά έφτιαχνε το δικό της. Άνοιγαν τρία φύλλα, σε ένα σμούσι τρία φύλλα. Αυτά ήταν πάρα πολλά, τα τρία φύλλα. Καμιά φορά η γιαγιά η Ράγια έφτιαχνε τρία φύλλα, καμιά φορά δύο φύλλα. Κι αυτό το φύλλο... έβαζε ένα φύλλο, το άλειφε με το λίπος, ύστερα έβαζε από πάνω άλλο ένα, κι άλλο ένα. Ύστερα, αυτό το φύλλο, το χοντρό φύλλο, το δίπλωναν τέσσερις φορές... Κι ύστερα αυτή τη ζύμη την άνοιγαν, αφού την είχαν αλείψει με το λίπος. Και αυτή τη ζύμη με τα τρία φύλλα, η γιαγιά Ράγια και όλοι οι άλλοι, τη δίπλωναν μία, δεύτερη, τρίτη, τέσσερις φορές, και έμενε ένα τέτοιο τετραγωνάκι, βλέπεις; Κι αυτό το κομμάτι το άνοιγαν, κι έφτιαχναν ένα χοντρό φύλλο, αλλά πολύ χοντρό, αυτό ήταν ήδη χοντρό. Και το έβαζαν έτσι σαν φάκελο, και η νοικοκυρά πάλι το άνοιγε...

Λίνα: Άνοιγαν τρία φύλλα...

Ολυμπιάδα: Αυτό του το είπα ήδη, εσύ πες τώρα πως τα μάζευαν.

Λίνα: Στέρα έφταγαν άλμα. Έναν άλμα, κι ατό του άλμα κάθα ένα φύλλου μαλιάϊβαν του ντ άλμα. Στάρα πάνω βάλισκαν τ’άλου του φύλου κι στέρα третий του φύλλου. Μαλιάϊσαν τα τα φύλλα, στέρα ψίρσαν έβαλαν τα τίλα είπιν μάμα-ς τ’ ένα πας τ’ άλλου. Είπιν του τίλαγα; Στέρα ίνξιν του το του φύλλου του квадратный, ίνξιν του, το νίσκιντουν сорок на сорок, κι έφταγιν του, σσόπαζιν τα, έδειξε του τίλα σσόπαζιν; Στέρα ίνζιν του, βάλισκιν πέσου κρέγιας, κουλουντίθ, κρουμίδ ну κι разные специи’ς. Σσόπαζιν του το του σμους и все конец βάλισκιν του πιν духовка.

Λίπα-μ, ντάμα-ς να ζντισσεξ τιες τσαρά.

Λίνα: Ύστερα έφτιαχναν το άλειμμα. Ένα άλειμμα, και με αυτό το άλειμμα άλειφαν το κάθε φύλλο. Ύστερα, από πάνω έβαζαν το δεύτερο φύλλο και μετά το τρίτο φύλλο. Άλειφαν τα φύλλα, και μετά άρχιζαν να τα βάζουν, όπως είπε η μάνα σου, το ένα πάνω στο άλλο. Στο είπε πώς; Ύστερα άνοιγε αυτό το τετράγωνο φύλλο, το άνοιγε, και γινόταν περίπου σαράντα επί σαράντα εκατοστά, και το έφτιαχνε, το σκέπαζε. Σου έδειξε πώς το σκέπαζε; Ύστερα το άνοιγε ξανά, έβαζε μέσα κρέας, κολοκύθι, κρεμμύδι και διάφορα μπαχαρικά. Έκλεινε το σμούσι και αυτό ήταν όλο, το έβαζε στον φούρνο.

Λίπα μου, είναι αδύνατο να μιλήσεις μαζί σου.

Τα τσιρτσίρια έφταγαμ τα κάθα Τιριτί, ну τίνα είσιν θυρία. Ну τις τίσιν θυρία τος τ’έφταγιν τσιρτσίρια. Τος έφταγιν μπόρς αντ ложка, αντ κρέγιας, αρνιθί του κρέγιας.

Α τώρα Τιριτίς μεις τι έτρουγαμ; Μάμα-μ έφταγιν μπορς αν του αρνίθ. Άμα καλτιρί μόνου αρνιθί έφταγαμ μπόρς. Κι βάλισκιν πεις τ’ατό αρνίθ έφταγιν ложка. Значит, του τζγκαρίτς, ν’καρδίτσα έκουφτιν του, βάλισσκιν πέσου κρουμδίτς, κι ζύμουνιν του ζμαρ, βάλισκιν πέσου βγο. Κι στέρα ατούτου το ζμαρ, το νισκιντουνι χαλί колбаска. Το πάχους-τ ήτουνι κανά πέντε σαντιμέτρι - εξ, в диаметре. Κι βάλισκιν του, ντα του μαγίριβιν του μπορς, άρτα ντα θα μπίτιψιν του μαγιρμένου, βάλισκιν του πέσου κι το μαγιρεύκιντουν. Στέρα το του ζμαρ βγάλισκαν του, εκουφτιν του χαπέτσες, κανά ένα δάχλου του πάχους, κι χαβράϊβιν του κατλίγου. Έτρουγαμ του αντ σμετάνα. Ατο ήτανε του подарок ίλιγαν του. Το ήτουν μόνου летний борщ, του του έφταγαμ του μόνου καλτιρί.

Τα τσιρτσίρια τα φτιάχναμε κάθε Κυριακή, αλλά μόνο όποιος είχε ευκαιρία. Κι όποιος δεν είχε την ευκαιρία, αυτός δεν έφτιαχνε τσιρτσίρια. Αυτός έφτιαχνε μπορς με «κουτάλα», με κοτόπουλο.

Και την Κυριακή εμείς τι τρώγαμε; Η μάνα μου έφτιαχνε μπορς με κοτόπουλο. Το καλοκαίρι μόνο με κοτόπουλο φτιάχναμε μπορς. Και έβαζε μέσα τα εντόσθια, έφτιαχνε την «κουτάλα». Δηλαδή, έκοβε το συκωτάκι, την καρδούλα, έβαζε μέσα κρεμμυδάκι, ζύμωνε το ζυμάρι, έβαζε κι ένα αυγό, και ύστερα αυτό το ζυμάρι γινόταν σαν λουκάνικο. Το πάχος του ήταν περίπου πέντε έξι εκατοστά σε διάμετρο, και το έβαζε μέσα όταν μαγείρευε το μπορς. Όταν πια ήταν έτοιμο το φαγητό, το έβαζε μέσα και μαγειρευόταν κι αυτό. Ύστερα έβγαζαν το ζυμάρι, το έκοβαν σε κομματάκια, περίπου ένα δάχτυλο το πάχος, και το τηγάνιζαν λίγο. Το τρώγαμε με σμετάνα. Αυτό το λέγανε «δώρο». Αυτό ήταν μόνο το καλοκαιρινό μπορς, το φτιάχναμε μόνο το καλοκαίρι.

И έτρουγαμ βαρένικις. Καλτιρί έτρουγαμ βαρένικις αν τα φίσνις αν τα τερνόβκις. Α σουμκά έτρουγαμ μπορς παλ ν’Τιριτί κι βαρένικις αν τα καρτόπλις или ντου κρέγιας. Ατά μόνου Τιριτί έτρουγαμ τα.

Ну а ντα είχαμ τίπους σόριμου первый стол βάλισκανι γιουμουσμένα πιπέρια αντ μόρκβα, γιουμουσμένα πιπέρια αν καρτόπλα, στέρα τι βάλισκανι… σίνενκις βάλισκαν, στέρα κρέγιας παλ, ну κρεγιατί τίπους, κατλέτις έφταγαν. Ατούτου ήτουν του первый του стол. А του второй του стол μαγείρευανε рис, рисовый каша κι кисель. Πεις τα ταρέλκις βάλισκαν τα. Ατούτου ήτουνε του третий του стол. Κι ουζβάρ βάλισκαν. Του компот ίλιγαν του ουζβάρ. Τοτ τ’ ήταν σόκια, κι τ’ ένα κι τ’ άλλου, τοτ έφταγαν μόνου ουζβάρια. Κι του рисовый каша βάλισκαν πάνου φισνίτσις, έφταγαν του украшать ν’ταρέλκα. Ну άλλου τίτκου τίπουσπα τ’είχαμ. Α τσιρτσίρια τι έφταγαν, πας τα στόλια τσιρτσίρια τι βάλισσκαν. В крайнем случае τακά μας ταϊφά τι βάλισσκαν.

Ή τρώγαμε βαρένικις. Το καλοκαίρι τρώγαμε βαρένικις με βύσσινα και με δαμάσκηνα. Ενώ τον χειμώνα τρώγαμε πάλι μπορς την Κυριακή, και βαρένικις με πατάτες ή με κρέας. Αυτά τα τρώγαμε μόνο την Κυριακή.

Και όταν είχαμε κάποια συγκέντρωση, για πρώτο πιάτο έβαζαν γεμιστές πιπεριές με καρότο, γεμιστές πιπεριές με πατάτα, ύστερα έβαζαν… μελιτζάνες έβαζαν, ύστερα κρέας πάλι, κάτι κρεατικό, κεφτέδες έφτιαχναν. Αυτό ήταν το πρώτο πιάτο. Και για δεύτερο πιάτο μαγείρευαν ρύζι, ρυζόγαλο και κισέλ. Τα έβαζαν στα πιάτα. Αυτό ήταν το τρίτο πιάτο. Και έβαζαν ουζβάρ. Την κομπόστα τη λέγανε ουζβάρ. Τότε δεν υπήρχαν χυμοί του εμπορίου και τέτοια, τότε έφτιαχναν μόνο ουζβάρια. Και στο ρυζόγαλο έβαζαν από πάνω βύσσινα, στόλιζαν το πιάτο. Κάτι άλλο δεν είχαμε.

Για τα τσιρτσίρια, πάντως, στα γιορτινά τραπέζια δεν τα έβαζαν. Τουλάχιστον, η δική μας η οικογένεια δεν τα έβαζε.

Άντα έσφαγναν του σσιρίδ, έφταγανι κρέγιας ντα καρτόπλις. Το ήτουνι του жирный, του όμουρφου κρέγιας, χαπέγιας ατίτκα ки одну картошку пополам резали κι βάλισσκαν τα.

А вобще έφταγαν соус ίλιγαν του: καρτόπλις, παλ ατίτκου χαπέϊς κρέγιας κι καψτά. Το ήτανε вкуснятина суп.

Χασίχια έφταγαμ. Τα χασίχια-πα… να συ του που, γιοχ; Τα χασίχια-πα του ζμαρ βάλισκαν κανά τρία στακάνια αλεύρ, κανά στακάν νερό, βάλισκαν πέσου κανά βγο, κατλίγου σακαρίτς, άλας, ζύμουναν ζμαρ. Στέρα τούτου του ζμαρ έφταγαν του φύλλα κι έκουφταν τα τίτκα σουλμάρια. Ατίτκα σουλμάρια, αϊτσά. Κι έκουφταν τα квадратикис. Κι βάλισκαν πέσου κρέγιας κύμα… Ξερς τίλα τα έφταγαν; Αϊτσά έφταγαν, ατίτκα πλίτσα έφταγαν, έφταγαν τα αϊτσά κι αϊτσά έφταγαν τα. Στέρα βάλισκαν πέσου κρέγιας, σσόπαζαν τα αϊτσά раз κι στέρα έφταγαν του αϊτσά. Ίλιγαν του χασίχια.

В основном του κρέγιας ήτουνε αρνί… προυβατί κρέγιας. Потому что σιρίδα είχαν τοτ άλιαχ редко, α είχανε πρόβατα πουλα κόσμους, ους τα δέκα πρόβατα. Κι σουμκά έτρουγανι μόνου προυβατί κρέγιας.

Όταν έσφαζαν τον χοίρο, έφτιαχναν κρέας με πατάτες. Αυτό ήταν το λιπαρό, το πολύ νόστιμο κρέας, έκοβαν τέτοια κομμάτια, έκοβαν και μια πατάτα στη μέση και τα έβαζαν να ψηθούν.

Γενικά έφτιαχναν, «σος» το λέγανε: πατάτες, πάλι ένα τέτοιο κομμάτι κρέας και λάχανο. Αυτό ήταν μια πεντανόστιμη σούπα.

Φτιάχναμε και χασίχια. Τα χασίχια επίσης… να στο πω πώς γίνονταν; Για το ζυμάρι των χασίχια έβαζαν περίπου τρία ποτήρια αλεύρι, ένα ποτήρι νερό, έβαζαν μέσα ένα αυγό, λίγη ζάχαρη, αλάτι, και ζύμωναν το ζυμάρι. Ύστερα αυτό το ζυμάρι το άνοιγαν σε φύλλα και έκοβαν τέτοιες λωρίδες. Τέτοιες λωρίδες, έτσι. Και τις έκοβαν σε τετραγωνάκια. Και έβαζαν μέσα κρέας, κιμά… Ξέρεις πώς τα έφτιαχναν; Έτσι τα έκαναν, σαν μικρά πουλάκια τα έπλαθαν, τα έκαναν έτσι κι έτσι. Ύστερα έβαζαν μέσα το κρέας, τα έκλειναν έτσι μια φορά και ύστερα τα δίπλωναν έτσι. Τα έλεγαν χασίχια.

Κυρίως, το κρέας ήταν αρνίσιο… πρόβειο κρέας. Επειδή χοίρους είχαν πολύ σπάνια τότε, αλλά οι άνθρωποι είχαν πολλά πρόβατα, μέχρι και δέκα πρόβατα ο καθένας. Και τον χειμώνα έτρωγαν μόνο πρόβειο κρέας.

Τι φυτεύανε στο περιβόλι

Λίνα: Βάλισσκαμε значится καρτόπλις. А раньше είχαμε τόσου πουλά мак πεις τ’ огород μας. Κότνια, σπρούτσκα, πεις τα καρτόπλις. В основном έμπρου βάλισκανε μόνου καρτόπλις πεις τ’ огород. Ну бурьяк. Τι βάλισκανι… γω не помню μάνα-μ να βάλισκιν πατλιτζάνια. Это στέρα ψίρσαν να βάλνι πατλιτζάνια, πιπέρια. Γω не помню чтоб μάνα-μ να βάλισκιν, ντα είμνι μκούτσκους, να βαλ πιπέρια. Στέρα βάλισκαν πατλιτζάνια, синенькис, πιπέρια. Ну πρεπ να βάλισκαν πιπέρια, потому что σουμκά πάντα-πα έτρουγαμ πιπέρια κι синенькис. Τα синенькис έκουφταμ τα, μέσα βάλισκαμ μόρκβα. Τα-πα ήταν όμνουστα. Ατίτκα σέγια έτρουγαμ.

Τι φύτευαν στο περιβόλι

Λίνα: Φυτεύαμε λοιπόν πατάτες… Και παλιά είχαμε τόσο πολλές παπαρούνες στο περιβόλι μας. Κόκκινες, άσπρες, μέσα στις πατάτες. Παλιά, κυρίως έβαζαν μόνο πατάτες στο περιβόλι. Και παντζάρια. Τι έβαζαν… εγώ δεν θυμάμαι η μάνα μου να έβαζε ντομάτες. Αργότερα άρχισαν να βάζουν ντομάτες, πιπέρια… Εγώ δεν θυμάμαι η μάνα μου να έβαζε, όταν ήμουνα μικρή, να έβαζε πιπέρια. Ύστερα άρχισαν να βάζουν ντομάτες, μελιτζάνες, πιπέρια. Αλλά πρέπει να έβαζαν και πιπέρια, γιατί το χειμώνα πάντα τρώγαμε πιπέρια και μελιτζάνες. Τις μελιτζάνες τις κόβαμε, μέσα βάζαμε καρότο. Και αυτά ήταν νόστιμα. Τέτοια πράγματα τρώγαμε.

Πως έκαναν τα τσιρτσίρια

Λίνα: Ну τα τσιρτσίρια έφταγαμ τα: βάλισκαμ κάνα τρία στακάνια αλεύρ, αλίκουναν του του νιρό, βάλισκαμ πέσου ένα βγο, κατλίγου σακαρίτς πεις του ζμαρ, ζύμουναμ του, βάλισκαμ κάνα μσο ώρα του ζμαρ να έρτ κι στέρα ψίραναμ, έφταγαμ κουμαλάχια, έφταγαμ κουμαλαχίτσα ατίτκα, ους ένα δάχλου του πάχους τιν κι έκουφταμ τα, έφταγαμ πλίτσα. Ήτουν τσιγρίχ, έκουφταμ τα όμουρφα, ίλιγαν του τσιγρίχ κι έφταγαμ κάνα δέκα штукис, ψίνισκαμε, στέρα πάλι έφταγαμ, ψίνισκαμ τα.

Ξερς του, α ρουμέϊ έμπρου είχαν χνα πουλά κι έφταγανι… χαϊμάχ ίλιγαν του. Τίλα του έφταγαν: ήταν ατίτκα λαπάτσα. Βάλισκαμ πέσου νιρό, γάλα κι τίλα έβραζιν ψίραναν αβόρζαν του αϊτσά. Του ισάν αϊτσά στίκιντουν κι αβόρζιν του. Κι το αβορίσκιντουνι κι νίσκιντουν ατίτκου πασύ καριάτι. Но это уже ητουνε μαγιρμένου. Το ίλιγαν του χαϊμάχ. Απ κάτου πιμένισκιν πρόζουμα, απ’πάνου ατό νίσκιντουν ατόσου χαϊμάχ. Κι του έκουφταμ του χαπέϊς.

Στέρα του χνο, ντα ένισιν του χνο, του первый του γάλα έδουγαν του του μσκαρίτς, κι έφταγανι молозиво ίλιγαν του. Ατό του молозиво, το του γάλα τ’ έπνισκαμ του α μαγέρευαμ του κι έκουφταμ του χαπέϊς κι του ίλιγαν του молозиво. Ρουμέκα-πα ίλιγαμ του μολόζιβο. Ατίτκα είχαμ φαϊμάτια. Ну του хулудец ξερς του, έφταγαμ του хулудец, σιρδί κρέγιας κι προυβατί, потому что ρουμέϊ είχαν άλιαχ πουλά πρόβατα κι σουμκά έτρουγαμ μόνου προυβατί κρέγιας.

Πώς μαγείρευαν τα τσιρτσίρια

Λίνα: Λοιπόν, τα τσιρτσίρια τα φτιάχναμε έτσι: βάζαμε περίπου τρία ποτήρια αλεύρι, το ανακατεύαμε με νερό, βάζαμε μέσα ένα αυγό, λίγη ζάχαρη μέσα στο ζυμάρι, το ζυμώναμε, αφήναμε κάνα μισάωρο το ζυμάρι να ξεκουραστεί και ύστερα αρχίζαμε: φτιάχναμε μπαλάκια, τέτοια μικρά μπαλάκια, μέχρι ένα δάχτυλο το πάχος τους, και τα κόβαμε, φτιάχναμε «πουλάκια». Είχαμε ένα εργαλείο, το «τσιγκρίχ», και τα κόβαμε όμορφα. «Τσιγκρίχ» το λέγανε. Φτιάχναμε περίπου δέκα κομμάτια, τα ψήναμε στο λάδι, ύστερα πάλι φτιάχναμε, τα ψήναμε.

Ξέρεις, οι Ρουμέοι παλιά είχαν πολλές αγελάδες και έφτιαχναν… χαϊμάχ το έλεγαν. Πώς το έφτιαχναν: είχαν κάτι πλατιά σκεύη. Βάζαμε μέσα νερό, γάλα, και όταν έβραζε, άρχιζαν να το κρυώνουν έτσι, ανακατεύοντας. Η γυναίκα στεκόταν έτσι και το κρύωνε. Και αυτό κρύωνε και γινόταν ένα παχύ στρώμα, σαν βούτυρο. Αλλά αυτό ήταν πια βρασμένο. Το έλεγαν καϊμάκι. Από κάτω έμενε το προζύμι, και από πάνω γινόταν τόσο παχύ καϊμάκι. Και το κόβαμε σε κομμάτια…

Ύστερα, η αγελάδα, όταν γεννούσε η αγελάδα, το πρώτο της γάλα το έδιναν στο μοσχαράκι, κι έφτιαχναν… πρωτόγαλα το έλεγαν. Αυτό το πρωτόγαλα… Αυτό το γάλα δεν το πίναμε, αλλά το μαγειρεύαμε, το ψήναμε, και το κόβαμε κομμάτια, και το έλεγαν «μολόζιβο». Ρωμέικα επίσης «μολόζιβο» το λέγαμε. Τέτοια φαγητά είχαμε.

Επίσης, την πηχτή την ξέρεις. Φτιάχναμε πηχτή, με χοιρινό και πρόβειο κρέας, επειδή οι Ρουμέοι είχαν πάρα πολλά πρόβατα και τον χειμώνα τρώγαμε αποκλειστικά πρόβειο κρέας.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος