Αφήγηση για τα ταφικά έθιμα των Ρουμέων

Τίτλος
el-GR Αφήγηση για τα ταφικά έθιμα των Ρουμέων
Περιγραφή
el-GR Αφήγηση της Λίνας Μανταλίτς για τα ταφικά έθιμα των Ρουμέων, την προσευχή στο σπίτι, την ταφή και τα μοιρολόγια.
Виконавець
Λίνα Μανταλίτς
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Λίνα: Χούλζαν τουν πουπά α σπιτ κι έφταγαν παράκλις, λεγν τα. Ну, ντα πέθανιν μπάμπα-μ, μπάμπα Μάσα, τη έπιφτιν πισν больница, κι είπιν μένα, γω πήγα να την ουχλαϊσου, κι τη είπιν μι: Λίνκα, πε τ’μάμα-ς ας ερτ στη μένα. Γω-πα ήρτα κι λέγου: μάμα, μπάμπα είπιν να ερτς να την ουχλαϊςς. Ας του τι μόνου τι χούλξιν. Μπάμπα уже άρταχ ήξιριν του шо θα πουθάν, у нее было заражение крови. Κι είπιν την που εν τα καπίτια-τς. Μπάμπα είχανι πκανίτσα πας του κουρβάτ τιν, τέσσερα πκανίτσα, κι μπάμπα είπινι, πας το второй του πκανίτς εν τα καπίτια-μ πέσου, παιρς τα κι παραχόνς μι.

Λίνα: Όταν πέθαινε κάποιος, φώναζαν τον παπά στο σπίτι και έκαναν παράκληση, έτσι το λένε. Λοιπόν, όταν πέθανε η γιαγιά μου, η γιαγιά η Μάσα, εκείνη νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Εγώ πήγα να την επισκεφτώ και μου είπε: «Λίνκα, πες της μάνας σου να έρθει σε μένα». Κι εγώ γύρισα και λέω: «Μαμά, η γιαγιά είπε να πας να την επισκεφτείς». Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο την φώναξε. Η γιαγιά ήξερε ήδη πια ότι θα πεθάνει, είχε πάθει σηψαιμία. Και της είπε πού είναι τα λεφτά της. Η γιαγιά είχε μαξιλάρια στο κρεβάτι της, τέσσερα μαξιλάρια, και η γιαγιά της είπε: «Μέσα στο δεύτερο μαξιλάρι είναι τα λεφτά μου, πάρ' τα και θάψε με».

Ну, μάμα-πα αϊτς έκαμιν, πήριν του πκανίτς, πήριν πέσου τα καπίτια τι παράχουσιν την. Α πως την μάμα μουρλόγανιν, μουρλόγανιν μάμα: πας τίνα φίκις τουν Kότια κι δάϊς…

Ε, και η μαμά έτσι έκανε, πήρε το ποδαράκι, πήρε από μέσα τα λεφτά και την έθαψε. Και πώς τη μοιρολογούσε η μαμά, τη μοιρολογούσε η μαμά: «Σε ποιον άφησες τον Κότια και φεύγεις;...»

Ну, τίνα είσιν μέγα ταϊφά, όλ-πα έζναν γιαν τι μας. Ατίνα ήτουνι μαναχίτς, ένα κουρτσίτς, τι να του κάμνι. Или δύγια. Μεις είμνας πέντε νουμάτ. Κι Κότιας-πα.

Λοιπόν, όποιος είχε μεγάλη οικογένεια, όλοι ζούσαν σαν κι εμάς. Εκείνη ήταν ολομόναχη, ένα κοριτσάκι, τι να το κάνει; Ή δύο. Εμείς ήμασταν πέντε άτομα. Κι ο Κότιας μαζί.

Ολυμπιάδα: α Κότια πως τι ύριψιν μάμα να τον παρ Βάλια?

Λίνα: Βάλια… άντρα-τς ήτουνι στ’ война κι έζνιν αν πιθιρά. Α μάμα έζνιν αν τουκό-τ ταϊφά κι άντρα είσιν.

Ολυμπιάδα: Και τον Κότια πώς και δεν ήθελε η μαμά να τον πάρει η Βάλια;

Λίνα: Η Βάλια... ο άντρας της ήταν στον πόλεμο και ζούσε με την πεθερά της. Ενώ η μαμά ζούσε με τη δική της οικογένεια και είχε και άντρα.

Μουρλόγαναν, του πουθαμένου μουρλόγαναν τουν. Ну μάνα ντου πάραχονιν τουν γιο-τς μουρλόγανιν, τουν άντρα-τς μουρλόγανιν…

Μοιρολογούσαν, τον πεθαμένο τον μοιρολογούσαν. Ε, η μάνα όταν έθαβε τον γιο της μοιρολογούσε, τον άντρα της μοιρολογούσε...

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος