Παραδοσιακά φαγητά των Ρουμέων

Τίτλος
el-GR Παραδοσιακά φαγητά των Ρουμέων
Περιγραφή
el-GR Παραδοσιακά φαγητά: μαλάι, μαμαλίγκα, τσεραχτό και χριστόψωμο.
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Παραδοσιακά φαγητά των Ρουμέων (os014)

Μαλάι και μαμαλίγκα (os014)

Λίνα: Στέρα έφταγαμ μαλάϊ. Во время войны έφταγαμ μαλάϊ. Του μαλάϊ-πα έφταγαμ του: αχ τα φράτις αλεύρ έφταγαμ, κι έφταγαμ μαλάϊ. Του μαλάϊ-πα τίλα του έφταγαμ: ζύμουναμ του του ζμάρ, τίπουσ-πα τι βάλισκαμ πέσου, μόνου άλας βάλισκαμ πέσου κι ζύμουναν του ζμάρ.

Βάλισκαμ του πις του νταβά, ένα δάχλου, πάνου-πα βάλισκαμ κουλουντίθ, κι σσόπαζαμ του παλ αν του τίτκου, αν του φρατί του ζμαρ. Κι το ντα ψίνισκιν μίρζιν σμουσέγια. Μεις σέριμνας το θα φάγουμ σμους.

Μαλάι και μαμαλίγκα

Λίνα: Ύστερα φτιάχναμε μαλάι. Τον καιρό του πολέμου φτιάχναμε μαλάι. Το μαλάι πώς το φτιάχναμε: από το καλαμπόκι βγάζαμε αλεύρι, και φτιάχναμε το μαλάι. Και το μαλάι πώς το φτιάχναμε: ζυμώναμε το ζυμάρι, τίποτα δεν βάζαμε μέσα, μόνο αλάτι βάζαμε και ζυμώναμε το ζυμάρι.

Το βάζαμε στον ταβά, πάχος ένα δάχτυλο, από πάνω βάζαμε κολοκύθι, και το σκεπάζαμε πάλι με το τέτοιο, με το καλαμποκένιο ζυμάρι. Κι αυτό όταν ψηνόταν, μύριζε σαν σμούς. Κι εμείς χαιρόμασταν ότι θα φάμε σμούς.

Στέρα έφταγαμ μαμαλίγκα. Το Ρουμίν μάθσαν μας να κάμουμ μαμαλίγκα. Μεις έφταγαμ κάσα, α τοι λέγνι: α μεις μαθίζουμ σας να κάμιτ μαμαλίγκα. Έφταγαμ μαμαλίγκα. Ατίτκα σσέγια έτρουγαμ. Έβραζιν του νιρό, αλίκουναν του του νερό κι βάλισκαν πέσου αλεύρ κι все время τάραζαμ του, τάραζαμ του, τάραζαμ του, όσουπ να του κάμουμ όλου του ζμαρ. Νίσκιντουν του ζμαρ, έφταγαμ του κατλίγου… φουτία έκαμαμ του поменьше, κι το έβραζιν αϊτσά, κανά δέκα μινούτια или πέντε, αϊτσά.

Κι στέρα κούκουναν του πας του стол κι έκουφταν του αν του ράμα. Το νίσσκινταν χάλι χτίτς, κι μεις έκουφταμ του αν του ράμα. Κι έτρουγαμ του αν του ξέγαλα или αν του γάλα или просто αϊτς έτρουγαμ του. Ατίτκα φαϊμάτια έτρουγαμ.

Ύστερα φτιάχναμε μαμαλίγκα. Οι Ρουμάνοι μας έμαθαν να φτιάχνουμε μαμαλίγκα. Εμείς φτιάχναμε χυλό, κι αυτοί έλεγαν: «Εμείς θα σας μάθουμε να φτιάχνετε μαμαλίγκα». Φτιάχναμε μαμαλίγκα. Τέτοια πράγματα τρώγαμε. Έβραζε το νερό, αλατίζαμε το νερό και βάζαμε μέσα αλεύρι, και συνέχεια το ανακατεύαμε, το ανακατεύαμε, το ανακατεύαμε, μέχρι να γίνει όλο ένα ζυμάρι.

Μόλις γινόταν το ζυμάρι, το κάναμε λίγο... χαμηλώναμε τη φωτιά, κι αυτό έβραζε έτσι, κάνα δεκάλεπτο ή πέντε λεπτά, κάπως έτσι. Και ύστερα το άδειαζαν πάνω στο τραπέζι και το έκοβαν με το νήμα. Αυτό γινόταν σφιχτό σαν τυρί, κι εμείς το κόβαμε με την κλωστή. Και το τρώγαμε με το ξέγαλα ή με το γάλα ή απλώς έτσι σκέτο το τρώγαμε. Τέτοια φαγητά τρώγαμε.

Τσεραχτό

Ολυμπιάδα: Τα αλπαρά τα πίτις καμ ντα άιτς: νίζνι χουντρό φίλου πας του τραπέζ, στέρα αν ντ’ άλμα μαλιαέβν του όλου ν’ πίτα. Φτινό μόνου πίτα.

Στέρα σουρέβν του, τίλα σουρέβς ν’ колба́ска κι κοφς του χαπέτσις-χαπέτσις. Στέρα κάθα ένα χαπέτσα παιρς του πις του σσέρ-ς, κατλίγου μπραέβς του κι καμς του ένα πίτα.

Στέρα ατούτα τα πτίτσις νιζς τα αν ντου ска́лка, τι του λέγνι ρουμέκα… νιζς του κι ψηνς του πις του τιντιριάχ άμα τσιρτσίρ.

Κι ατό λεγν ντου τσεραχτό.

Τσεραχτό

Ολυμπιάδα:Τις λιπαρές πίτες τις φτιάχνουν έτσι: ανοίγουν ένα χοντρό φύλλο πάνω στο τραπέζι και μετά αλείφουν όλη την πίτα με λίπος. Μόνο που το φύλλο πρέπει να γίνει λεπτό.

Μετά την τυλίγουν, όπως τυλίγεις ένα λουκάνικο, και την κόβουν σε κομματάκια. Έπειτα παίρνεις το κάθε κομματάκι στο χέρι σου, το στρίβεις λιγάκι και το κάνεις ένα μικρό πιτάκι.

Ύστερα αυτά τα πιτάκια τα ανοίγεις με τον πλάστη, πώς το λένε αυτό στα ρουμέικα... τα ανοίγεις και τα τηγανίζεις σε ηλιέλαιο, ακριβώς όπως τα τσιρτσίρια.

Και αυτό το λένε «τσεραχτό».

Τίλαγα έφταγαν του χριστοψώμ

Λίνα: Χριστουψώμ έφταγαμ. Έφταγαν του: ένα χαπέγια ζμαρ, βάλισκαν του πις τ’φόρμα, πάνου βάλισκαν крест, σταυρό έφταγαμ πας του ψουμί, ίλιγαν του χριστουψώμ.

Πώς έφτιαχναν το χριστόψωμο

Λίνα:Χριστόψωμο φτιάχναμε. Το έφτιαχναν κάπως έτσι: ένα κομμάτι ζυμάρι το έβαζαν στη φόρμα, και από πάνω του έβαζαν έναν σταυρό. Σταυρό φτιάχναμε πάνω στο ψωμί, γι’ αυτό το έλεγαν χριστόψωμο.

Μάμα έφταγιν ντα είμνι κανά εφτά χουρνού, ουχτώ… έφταγιν τίτκα σέγια, μπάμπα-πα έφταγιν ντάμα-τς.

Στέρα μπάμπα μάντζαρανιν, το ήτουνι говела. Τη έτρουγιν μόνου πουρέ αχ τα λόβια, καρτόπλα, άλου τίπους-πα τ’έτρουγιν, κρέγιας τ’έτρουγιν.

Η μαμά τα έφτιαχνε αυτά όταν ήμουν καμιά εφτά-οχτώ χρονών... τέτοια πράγματα έφτιαχνε, και η γιαγιά τα έφτιαχνε μαζί της.

Μετά η γιαγιά νήστευε. Αυτή έτρωγε μόνο πουρέ από φασόλια και πατάτες. Τίποτα άλλο δεν έτρωγε, κρέας δεν έτρωγε καθόλου.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος