Παιδικές αναμνήσεις από το Σαρτανά

Τίτλος
el-GR Παιδικές αναμνήσεις από το Σαρτανά
Ημερομηνία
2025
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Λίνα: Πέρισκαμ κουλουντίθα, έφταγαμ στόμα, μάτια. Βάλισκαμ πέσου τιρίτς κι πράταναμ.

Μία дядя Μίτιας ίρκιντουν χτα κουρίτσα κι σμα σ’ «кирпи́ч» τα κουρτσίτσα – φόρναν σπρούτσκα φιστάνια, φέρισκαν ζντόνια, κι νίσκανταν τζαντούιδα – κι χόρευαν σμα στουν дядя Μίτια.

Ολυμπιάδα: Φουβάτιντουν;

Λίνα: Γω, λε, παένου, α τοι τι πιλίγνι μι. Αϊτσά χαρσού-μ, λε, φτάγνι. Πέρασα-τς, λε, κι δάβα.

Ολυμπιάδα: Τίλου τιρό ήτουν τοτ;

Λίνα: Καλτέρ.

Λίνα: Παίρναμε κολοκύθες, κόβαμε στόμα και μάτια. Μέσα βάζαμε ένα κεράκι και περπατούσαμε με αυτές.

Κάποτε ο θείος Μίτιας γυρνούσε από τα κορίτσια, και κοντά στο «Κιρπίτς» τα κορίτσια —φορούσαν λευκά φορέματα, κρατούσαν σεντόνια και γίνονταν μάγισσες— χόρευαν μπροστά στον θείο Μίτια.

Ολυμπιάδα: Φοβήθηκε;

Λίνα: «Εγώ, – λέει, – προχωράω, αλλά αυτές δεν με αφήνουν να περάσω. Ακριβώς μπροστά μου κάνουν έτσι. Τις προσπέρασα, – λέει, – και συνέχισα τον δρόμο μου».

Ολυμπιάδα: Τι εποχή ήταν τότε;

Λίνα: Το καλοκαίρι.

Λίνα: Όταν δεν είχε βροχή, πράταναμ κι τραγόδαναμ:

Τίρι-τίρι, βρέξι,
Μελ κι γάλα,
Καθαρά χαλάτσα.
Κι τουκό σας ντάμα,
Κι τουκό μας ντάμα,
Κόζμου τα χουράφια.
Τσάτσα, βγαλ μι κανά βγο.

Λίνα: Όταν δεν έβρεχε, πηγαίναμε και τραγουδούσαμε:

Κύριε, Κύριε, δώσε βροχή,
Μέλι και γάλα,
Άσπρα κουλούρια.
Και στα δικά σας χωράφια,
Και στα δικά μας χωράφια.
Θεία, βγάλε μου ένα αυγό.

Ολυμπιάδα: Τίλα ίλιγαν: «ρούσκου σκλι κι ρούσκα τι ξερ», άιτς ίτουν τάτα-ς-πα. Ρουμέιους ήτουν κι τίπουτ-πα τι ίξιριν. Κι πάπα-ς ντα δάιν στου σκόλιου, πις του первый του κλας, δασκαλίτσα ρουτά:

– Кто знает русский?

Τάτα-ς σίκουσιν του σσέρ. Κι ίρτιν σπιτ τιν κι λε τ’μάνα-τ κι τουν τάτα-τ:

– Μόνου γω, λε, είμνι πις του όλου του κλας ρούσους.

Έμαθις του; Άλου κανείς-πα τίπουτ τι ίξιριν. Αϊτσά.

Ολυμπιάδα: Όπως έλεγαν [στο Σαρτανά]: «Ρώσικο σκυλί, και ρωσικά δεν ξέρει», έτσι έγινε και με τον πατέρα σου. Ήταν Ρουμαίος, αλλά σχεδόν τίποτα [από ρουμέικα] δεν ήξερε. Όταν ο μπαμπάς σου πήγε σχολείο, στην πρώτη τάξη, η δασκάλα ρώτησε:

– Ποιος ξέρει ρωσικά;

Ο πατέρας σου σήκωσε το χέρι. Και μετά ήρθε σπίτι και λέει στη μαμά του και στον πατέρα του:

– Μόνο εγώ, – λέει, – σε όλη την τάξη ήμουν Ρώσος.

Κατάλαβες; Κανένας άλλος δεν ήξερε ρωσικά. Έτσι.

Λίνα: Значит, κάθιμνας μία όξου κι πκάνζαμ λόβια. Κι άρτα ήτουνι βραδμέρς, ήτουνι κανά ενέα ώρις, κι μάμα-μ λε:

– Λίνα-μ, α βέγλα, άμα Μίτιας θα κζι.

Γω ίχα грим, κι τος πίριν κι μπουγιάτιψιν τα φρίδα-τ αϊτσά άν του κότινιου ν’краска. Τι δύα-τ φρίδα. Κι μάμα-μ λε:

– Λίνα-μ, μόνου να μι χαχανίσκις, α βέγλα τουν.

Τος ίρτιν κι κάθιτ αϊτσά, он был спокойный. Μάμα-μ λε:

– Μίτετσκα-μ, кто так делает?

Α он говорит по русски:

– Так делает Екатерина Даниловна.

Λίνα: Λοιπόν, καθόμασταν μια φορά έξω και καθαρίζαμε φασόλια. Ήταν πια βράδυ, κατά τις εννέα. Και η μαμά λέει:

— Λίνα, κοίτα, τώρα θα βγει ο Μίτιας.

Εγώ είχα μακιγιάζ, και αυτός το πήρε και έβαψε τα φρύδια του με κόκκινο χρώμα. Και τα δύο φρύδια! Και η μαμά λέει:

– Λίνα, μόνο μην γελάσεις, κοίτα τον.

Αυτός ήρθε και κάθισε έτσι, εντελώς ήρεμος. Η μαμά λέει:

– Μίτετσκα μου, ποιος κάνει έτσι;

Κι αυτός απαντάει στα ρωσικά:

— Έτσι κάνει η Γιεκατερίνα Ντανίλοβνα.

Αυτή ήταν η δασκάλα του.

Λίνα: Πάπα-μ, ντα ήτουν αστ ν’армия, στ’война, μεις τι πέρισκαμ κανά τέσερα μήνις χαρτία. Κι τι είχαμ извещение-πα – ζντανός εν ή τεν ζντανός. Κι είχαμ δαχλίδ, πέρισκαμ του πας του δάχλου μας αϊτσά κι βέλγκζαμ χαρσού στουν φέγκου, βέλγκζαμ πις του δαχλίδ. Κι πις του δαχλίδ φένιντουν άθαρπους, έπιφτιν πας ν’койка κι αϊτσά σσουπαγμένους αν ντου ζντον.

Ολυμπιάδα: Σι του ίδις του; Τι άγνορσεις τουν τουν πάπα;

Λίνα: Ну, το πις του δαχλίδ…

Λίνα: Ο μπαμπάς μου, όταν ήταν στον στρατό, στον πόλεμο, για περίπου τέσσερις μήνες δεν παίρναμε γράμματα από αυτόν. Και καμία ειδοποίηση δεν είχαμε επίσης: αν είναι ζωντανός ή όχι. Είχαμε όμως ένα δαχτυλίδι, το φορούσαμε έτσι στο δάχτυλο και κοιτούσαμε κατευθείαν στο φεγγάρι, κοιτούσαμε μέσα από το δαχτυλίδι. Και μέσα στο δαχτυλίδι φαινόταν ένας άνθρωπος: ξαπλωμένος στο κρεβάτι, σκεπασμένος με σεντόνι.

Ολυμπιάδα: Και εσύ το είδες αυτό; Δεν αναγνώρισες σε αυτόν τον μπαμπά σου;

Λίνα: Ε, εκεί, μέσα στο δαχτυλίδι...

Ολυμπιάδα: Ολ ρουμέι είχαν μέγα αυλί.

Λίνα: Είχαν χνα, άλγα, είχαν χουντρά αράνια. Например деда Μίτρους ίσιν δύα αράνια. Πις τ’ένα αράν ήτανε τ’άλγα κι χνα. Α τ’άλου τ’αράν είσιν печка, σουμπά είχανι.

Ολυμπιάδα: Απ πέσου πόρνις να κζεις μόνου πις τ’αράν. Α στέρα Ρουμέι έφταγαν вход πιχ πιτ сразу. Вобщем, είχαν выход πις τ’αράν κι όξου. Όξου κζένισκαν – είχαν παρασιτά.

Λίνα: Πις τ’αράν παένουν πις του μαγκαζί. Πις του μαγκαζί στέρα παένουν πις του μέγα ν’комната. Ρούσκου πέτσκα ήτουνι, ну πις μπάμπα έπιφταν μόνου πιδίτσα. Τη είσιν πέντε πιδία κι ολ-πα έπιφταν πις του μαγκαζί, потому что ατεί ήτουνι σουμπά.

Ολυμπιάδα: Του είσιν άθαρπους τίπουτ καλό, ήτουν πις του ζαλ – κομόντ…

Λίνα: Τζέρκαλου μέγα.

Ολυμπιάδα: Όλοι οι Ρουμαίοι είχαν μεγάλη αυλή.

Λίνα: Είχαν αγελάδες, άλογα, είχαν μεγάλους αχυρώνες. Για παράδειγμα, ο παππούς Μίτιας είχε δύο αχυρώνες. Στον έναν αχυρώνα κρατούσαν τα άλογα και τις αγελάδες. Και στον άλλο αχυρώνα υπήρχε σόμπα, εκεί είχαν το «σουμπά».

Ολυμπιάδα: Από το σπίτι στην αρχή μπορούσες να βγεις μόνο στον αχυρώνα. Και μετά οι Ρουμαίοι άρχισαν να φτιάχνουν είσοδο στο σπίτι απευθείας από τον δρόμο. Γενικά, υπήρχε έξοδος και προς τον αχυρώνα, και προς τα έξω. Έβγαιναν έξω – εκεί υπήρχε η βεράντα.

Λίνα: Μέσα από τον αχυρώνα έμπαιναν στο «μαγκαζί», την αποθήκη. Από το μαγκαζί μετά πήγαιναν στο μεγάλο δωμάτιο. Εκεί υπήρχε η σόμπα, αλλά στο σπίτι της γιαγιάς εκεί κοιμούνταν μόνο τα παιδιά. Αυτή είχε πέντε παιδιά, και όλα τους κοιμούνταν στο μαγκαζί, επειδή εκεί υπήρχε η σόμπα.

Ολυμπιάδα: Και αν κάποιος είχε κάτι καλό από έπιπλα, αυτό βρισκόταν στη σάλα – το κομοδίνο...

Λίνα: Ένας μεγάλος καθρέφτης.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος