Φιλέματα για τη νύφη

Τίτλος
el-GR Φιλέματα για τη νύφη
Записувач
Αθηνά Χατζίνοβα
Ημερομηνία
2018
Χωρική κάλυψη
Μαριούπολη
Γλώσσα
el — Roumeika (Mariupol Greek)
Δικαιώματα
Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
Transcription

Λίνα: Σόνια-πα, ένα κουρτσίτς Σόνια. Α Σόνια во время войны πήριν άντρα. Δεκάξ χουρνού πήρην άντρα. Κι значится γω πήγα… ήτουν τίτκου τιρός τοτ, τιουνούυριους νυφ πάγνι πουρκά. Κι γω πήγα την значит μήλα, μήλα κι μελ. Α πήριν την Μαχσμά по восьмому кварталу ατεί ήτουνι λίγους μπδαρ, помнишь? Τουκό-τ γάκας. Κι значится γω πήγα ατεί. Τι ξέρου τίλα του λέγνει κι помню, ίμνι όσο κανά δώδεκα χουρνού.

Ολυμπιάδα: Κι μάμα πως τι πήγιν;

Λίνα: Μάμα τι πάγνι, πάγνι μόνο τα κουρτσίτσα, με. А Βάνιας раз τ’ίσσιν κάνα κουρτσίς πέλσαν μένα. Γω πήγα. Τι ξέρου έκαμαν μι угостить, τ’έκαμαν, τούτου τι ξέρου του.

Α Λιούντα Γλούσκιν καμ вспоминать, ντα πήρην μάμα άντρα, τη τ’ ίρτιν сразу ας μπάμπα, α πέμνιν ας μάνα-τς.

Κι Λιούντα λε: γω πήγα, α Λιούντα ήτουν αχς όλς μκρη, γω, λέ, πήγα, πήγα την, σσουμκά το ήτουν πρέπνα, τι ξέρου τι τουν πίγιν, γω ζμόνσα του. Κι τη λε έκαμιν μι угостить τσαϊ αν του λιμόν. Γω λε τοτ первый раз ήδα τι εν το λιμόν.

Ну понимаешь, ατοί ήτανε τέσσερα νουμάτ, τι τι πόρναν… Деда έκαμιν πις του τκαν δλία.

Λίνα: Και η Σόνια επίσης, ένα κορίτσι, η Σόνια... Παντρεύτηκε τον καιρό του πολέμου. Δεκαέξι χρονών πήρε άντρα. Και λοιπόν, εγώ πήγα… Ήταν τέτοια η συνήθεια τότε, να πηγαίνουν φρούτα στην καινούργια νύφη. Κι εγώ της πήγα, λοιπόν, μήλα, μήλα και μέλι. Την πήρε ο Μαχσμά, εκεί από το όγδοο τετράγωνο, που ήταν κουτσός, θυμάσαι? Ο μεγάλος του αδερφός. Και λοιπόν, εγώ πήγα εκεί. Δεν ξέρω πώς τα λένε αυτά, αλλά θυμάμαι πως ήμουν καμιά δωδεκαριά χρονών.

Ολυμπιάδα: Και η μάνα μας πώς και δεν πήγε?

Λίνα: Οι μανάδες δεν πήγαιναν, πήγαιναν μόνο τα κορίτσια. Και ο Βάνιας, μια και δεν είχε κάποιο κορίτσι στην οικογένεια, έστειλε εμένα. Εγώ πήγα. Δεν ξέρω αν με κέρασαν ή τι έκαναν, αυτό δεν το θυμάμαι.

Και η Λιούδα η Γλούσκιν θυμάται πως, όταν παντρεύτηκε η μάνα της, δεν πήγε αμέσως να ζήσει στη γιαγιά, αλλά έμεινε με τη μάνα της.

Και η Λιούδα λέει: «Εγώ πήγα, και η Λιούδα ήταν η πιο μικρή απ' όλους, πήγα, λέει, αυτό πρέπει να έγινε τον χειμώνα, δεν ξέρω όμως τι φιλέματα της πήγε, το ξέχασα. Και αυτή, λέει, με κέρασε τσάι με λεμόνι. Εγώ, λέει, τότε είδα για πρώτη φορά τι είναι το λεμόνι».

Μα καταλαβαίνεις, αυτοί ήταν τέσσερα άτομα, δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα... Ο παππούς δούλευε στο μαγαζί.

Ομάδες αντικειμένων
Προφορικός λόγος