Το χρυσό δαχτυλίδι και τα δισέγγονα
- Τίτλος
- el-GR Το χρυσό δαχτυλίδι και τα δισέγγονα
- Записувач
- Αθηνά Χατζίνοβα
- Ημερομηνία
- 2018
- Χωρική κάλυψη
- Μαριούπολη
- Γλώσσα
- el — Roumeika (Mariupol Greek)
- Θέμα
- Προφορικός λόγος
- Δικαιώματα
- Digital version © Roumeika Digital Archive — CC BY-NC-SA 4.0
- Transcription
Λίνα: Αϊ σώπα τ’αδρέφ-μ, το εν φλιουρίτκου. Να μη θαρείς μον κορ-ς ές τίτκα φλιουρία, γω-πα έχου φλιουρία.
Ολυμπιάδα: Καλό, ιρασσέβ σι-πα. Βαλ ατεί, βαλ ατεί.
Λίνα: Ну, να μη του τιέβς. Ατού δαχλίδς τίλουγου εν; Τίτκου бледный δαχλίδς εςς; Τι γιεν το;
Ολυμπιάδα: Το έν самый ακυρβό του δαχλίδ, τσάτσα, κι χάρσιν μι του απ ατεί, στ’Γκρέτσιγια.
Λίνα: Να, να, φερ ας του δω.
Ολυμπιάδα: Τι, τι είδις του όσου του φουρένου; Α είκοσι χρονς φουρένου του, συ λες τ’είδις του κόμα. Συ ντρανάς τίλα γιαλίζ;
Λίνα: Χμ, τίλα γιαλίζου γω.
Ολυμπιάδα: Βέγλα, τίλα γιαλίζ.
Λίνα: Ναι, το πρέπνα χάσεις τα πουλλά. Όλα χάσεις τα “μάτια”.
Ολυμπιάδα: Όλα-πα εν στουν τόπου-τ. Όλα-πα κάθνι καλά. Βέγλα.
Λίνα: Τι ντρανού του, ένα ντρανού, δύϊα. Να.
Ολυμπιάδα: Τι μπιγκανέβς του; Ну γω τι νούνσα-πα να σι του χαρίσου.
Λίνα: Αϊ σώπα, ατίτκους χαζγκάνσα είσι;
Λίνα: Σώπα αδερφή μου, αυτό είναι χρυσό. Να μην νομίζεις μόνο η κόρη σου έχει τέτοια χρυσά, και εγώ έχω χρυσά.
Ολυμπιάδα: Καλό είναι, σου πάει. Βάλ' το εκεί, βάλ' το εκεί.
Λίνα: Να μην το αγγίζεις. Αυτό το δαχτυλίδι τι είναι; Τέτοιο άχρωμο δαχτυλίδι έχεις; Τι είναι αυτό;
Ολυμπιάδα: Αυτό είναι το πιο ακριβό δαχτυλίδι, τσάτσα, και μου το χάρισε από εκεί, από την Ελλάδα.
Λίνα: Για φέρ' το να το δω.
Ολυμπιάδα: Μα τι, δεν το είδες τόσο καιρό που το φοράω; Είκοσι χρόνια το φοράω κι εσύ λες ότι ακόμα δεν το είδες. Βλέπεις πώς γυαλίζει;
Λίνα: Γυαλίζει όπως και εγώ.
Ολυμπιάδα: Κοίτα πώς γυαλίζει.
Λίνα: Ναι, μάλλον πρέπει να έχεις χάσει πολλά. Έχασες όλα τα «μάτια», τις πέτρες.
Ολυμπιάδα: Όλα στη θέση τους είναι. Όλα κάθονται καλά. Κοίτα.
Λίνα: Δεν το βλέπω, ένα βλέπω, δύο.
Ολυμπιάδα: Τι, δεν σου αρέσει; Ε, έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευα να στο χαρίσω!
Λίνα: Σώπα, τόσο τσιγκούνα είσαι;
Ολυμπιάδα: Не, έχου νέψα. Τοι φλάγνι, ποτ θα πουθάνου κι κανείς-την να του παρ.
Λίνα: Α μένα κανείς-πα τι φλάϊ μι να πουθάνου, γω кот, который гуляет сам по себе.
Ολυμπιάδα: Ну, α γω έχω νέψα.
Λίνα: Συ είσι βαχτλίδα, δύϊα κουρτσίτσα έςς.
Ολυμπιάδα: Α συ εςς προνέψα.
Λίνα: Προνέψ, έχου κουρτσίτς, το γιαν του φίδ. “Папа я тебе сказала, где стиральная машина?” Τος λε: “Какая?” Τος εν μπαρώ спокойный τίτκους, Λέσσας. Κι τοτ τσαχ τα μάτια, χαλί τζιντερίτς.
Ολυμπιάδα: Ну, πρέπνα καλά τα μαθέν-πα στου σκόλιου.
Λίνα: Τι θελ να μαθ, τη θελ να χουρέψ-πα. Α του μκούτσκου… του μέγα μας του ανέψ του πιδίτς πάει στου μποξ. Κι τόσου του σιπαλαέβνι. Но εςς μιντάλια. Α, γιαν μπάμπα-τ τα μιντάλια εςς δύα άρτα.
Ολυμπιάδα: Ну молодец, τι φουβάτι значит.
Λίνα: γω τι ξέρου τίλα βιγλίζ του κουρτσίτς, κι τόσου πκανισσκούννι, το να του πεις πα τι εςς τσαρά.
Ολυμπιάδα: κι αμε τίγαλα θαρρείς;
Λίνα: Γω τσαχ τι πουρού αϊτς, γω τιά πόρσα.
Ολυμπιάδα: Τα τι έν τακά-ς τα μκρα, τα εν μόνο πρανέψα-ς.
Ολυμπιάδα: Όχι, εγώ έχω εγγονές. Αυτές περιμένουν πότε θα πεθάνω για να το πάρει καμιά τους.
Λίνα: Και εμένα κανείς δεν περιμένει να πεθάνω.
Ολυμπιάδα: Και εγώ έχω εγγονές.
Λίνα: Είσαι ευτυχισμένη, έχεις δυο κορίτσια.
Ολυμπιάδα: Μα κι εσύ έχεις δισέγγονα.
Λίνα: Έχω ένα δισέγγονο, το κορίτσι... αυτή είναι σαν το φίδι! Λέει: «Μπαμπά, σου είπα πού είναι το πλυντήριο;». Κι αυτός της λέει: «Ποιο;» Αφού είναι τόσο ήρεμος άνθρωπος, ο Λιόσας. Και τότε εκείνη γούρλωσε τα μάτια της, σαν τερατάκι!
Ολυμπιάδα: Πρέπει να τα μαθαίνει καλά στο σχολείο.
Λίνα: Δεν θέλει να μάθει, αυτή θέλει να χορέψει κιόλας. Ενώ το μεγάλο μας δισεγγόνι, το παιδάκι, πάει στο μποξ. Και τόσο το δέρνουν. Αλλά έχει μετάλλια. Και σαν του πατέρα του έχει δύο μετάλλια ήδη.
Ολυμπιάδα: Μπράβο του, σημαίνει πως δεν φοβάται.
Λίνα: Εγώ δεν ξέρω πού κοιτάει το κορίτσι, η μάνα τους... τόσο πολύ χτυπιούνται, δεν έχεις δύναμη ούτε να το πεις!
Ολυμπιάδα: Φυσικά, τι νομίζεις;
Λίνα: Εγώ δεν μπορώ έτσι, εγώ δεν θα το άντεχα.
Ολυμπιάδα: Αυτά δεν είναι δικά σου παιδιά, είναι μόνο τα δισέγγονά σου.
Λίνα: Ну, αϊτς είπιν γιο-μ-πα. Κι γω είπα τουν τίλα Κότιας… κατέβαν πάνου-τ δύα πιδία κι εις την λε: φερ μι закурить, τος λε: γω τ’έχου. Α, λε, συ κόμα τ’εςς закурить-πα.
Ολυμπιάδα: Не, τος λε: βέγλα, τι φουβάτι μας-πα.
Λίνα: Έτσι είπε και ο γιος μου. Και εγώ του είπα αυτό με τον Κότια… κατέβηκαν πάνω του δυο παιδιά και ο ένας του λέει: «Φέρε μου ένα τσιγάρο». Αυτός λέει: «Εγώ δεν έχω». «Α», λέει εκείνος, «εσύ ακόμα δεν έχεις και τσιγάρο;»
Ολυμπιάδα: Όχι, εκείνος λέει: «Κοίτα, δεν μας φοβάται κιόλας».
- Ομάδες αντικειμένων
- Προφορικός λόγος